Θάμπωσε ο Αττικός ορίζοντας

03/11/16 • 17:24 | UPD 03/11/16 • 17:25

Δεν βλέπουν ούτε τη μύτη τους οι σημερινοί Αθηναίοι σε σχέση με τους κατοίκους της πόλης κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, σύμφωνα με μελέτη του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Οι επιβαρύνσεις που έχει δεχτεί η αθηναϊκή ατμόσφαιρα τις τελευταίες οκτώ δεκαετίες οδήγησαν στη ραγδαία μείωση της ορατότητας περίπου κατά 280 μέτρα κάθε χρόνο από το 1931 και μετά. Αν και από το 2004 διακρίνεται μία τάση βελτίωσης, ωστόσο η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί είναι δραματική. Υπολογίζεται πως το 1930 ο Αθηναίος έβλεπε πάνω από 20 χιλιόμετρα περίπου 124 μέρες το χρόνο, ενώ αντίθετα από το 2004-2013 οι μέρες με καλή ορατότητα μειώθηκαν μόλις σε 7!

 

Μέχρι το 1950, μία στις τρεις μέρες του χρόνου οι κάτοικοι μπορούσαν να δουν μέχρι την Αίγινα, ενώ οι «κακές μέρες» με πολύ περιορισμένη ορατότητα (τη δυνατότητα να δουν δηλαδή μέχρι αποστάσεις δύο χιλιομέτρων) ήταν μόνο 7 το χρόνο. Αντίθετα, μετά το 2004 οι μέρες με πολύ περιορισμένη ορατότητα έχουν αυξηθεί στις 91, ενώ το μισό χρόνο οι Αθηναίοι μπορούν να δουν λιγότερο από τέσσερα χιλιόμετρα.

 

Με συνεχή παρατήρηση 80 χρόνων, η μελέτη του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών είναι η πρώτη αδιάλειπτη έρευνα πάνω στην ορατότητα μίας πόλης σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Με επικεφαλής την κύρια ερευνήτρια του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος & Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών δρα Δήμητρα Φουντά, η μελέτη βασίζεται στη συλλογή δεδομένων ορατότητας που διατηρεί το Αστεροσκοπείο από το 1931 συνεχώς μέχρι και σήμερα, με μοναδική εξαίρεση τις 6 μέρες των Δεκεμβριανών, το 1944. Όπως λέει η ίδια στον «Ε.Τ.», «τα τελευταία 10 χρόνια τα δεδομένα που είχαμε ήταν δορυφορικά, δεν συγκρίνονται με τα μέσα που διαθέταμε τις προηγούμενες δεκαετίες. Ομως όλα συνηγορούν στη δραματική μείωση της ορατότητας στο πέρασμα των δεκαετιών και κυρίως μετά το 1950. Από το 2004 και μετά όμως διαγράφεται μία τάση βελτίωσης».

 

Η αντίστροφη μέτρηση για την αθηναϊκή ατμόσφαιρα ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1950 όταν ο πληθυσμός της πόλης άρχισε να αυξάνεται σημαντικά. Είναι ενδεικτικό ότι το 1940 μέσα στα αυστηρά όρια του Δήμου Αθηναίων ζούσαν 481.000, ενώ στην απογραφή του 1951 η «Περιφέρεια Πρωτευούσης», που περιλαμβάνει Πειραιά και προάστια, είχε πληθυσμό 1.378.586 κατοίκων και ο Δήμος Αθηναίων 565.084 κατοίκους.

 

Το 1961 οι δημότες Αθηνών άγγιζαν επίσημα τις 628.000, ενώ στην ευρύτερη περιοχή ζούσαν 1.852.700 κάτοικοι, ξεπερνώντας το 20% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Το 1971 οι κάτοικοι της Αττικής είχαν ξεπεράσει τα 2,5 εκατ.Η μεγάλη αύξηση του αστικού πληθυσμού μέσα σε λίγες δεκαετίες, που οδήγησε αναγκαστικά στην κατασκευή νέων κτιρίων και την αύξηση των οχημάτων, είναι οι βασικοί λόγοι που δημιούργησαν την ατμοσφαιρική ρύπανση. Ωστόσο, παρά τα «γηγενή» λάθη, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι την ίδια περίοδο αυξήθηκαν σημαντικά και οι εκπομπές των ρύπων σε ολόκληρη της Ευρώπη. Τις ίδιες δεκαετίες η Ευρώπη είχε να διαχειριστεί τον τριπλασιασμό της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, με τους επιστήμονες να επιβεβαιώνουν ότι αυτή η μόλυνση σχετίζεται άμεσα με τη μείωση της ορατότητας και στον αττικό ουρανό.

Με τη δεκαετία του ’80 και τη λήψη για πρώτη φορά συντονισμένων αντιρρυπαντικών μέτρων στην Ευρώπη παρατηρείται και η σταθεροποίηση και σε αρκετές περιπτώσεις μικρή βελτίωση της ορατότητας, γεγονός που αρχίζει να γίνεται αντιληπτό στην Ελλάδα μετά το 2000. Η ολυμπιακή χρονιά του 2004, εκτός των Αγώνων, έφερε και σταθεροποίηση στην ορατότητα, καθώς βελτιώθηκαν υποδομές μεταφοράς, ενώ και η οικονομική κρίση (με εξαίρεση τα δύο τελευταία χρόνια) ενίσχυσε τη μείωση εκπομπών ρύπων.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΒΑΜΒΑΚΑ

avamvaka@e-typos.com

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου