ΜΟΛΙΣ ΣΤΟ 1,9% Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΓΙΑ ΤΟ 2019

Καμπανάκι Στουρνάρα για ανάπτυξη και υπερφορολόγηση

02/04/19 • 08:02 | UPD 02/04/19 • 08:02

Τάσος Δασόπουλος

Σε ό,τι αφορά την εγχώρια οικονομική πραγματικότητα, η έκθεση του κ. Στουρνάρα τονίζει ότι η αναπτυξιακή δυναμική δεν έχει εδραιωθεί επαρκώς

Επιβράδυνση ανάλογη της Ευρωζώνης προβλέπει η έκθεση της ΤτΕ για την Ελλάδα εκτιμώντας ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας για το 2019 θα διαμορφωθεί στο 1,9% του ΑΕΠ, δηλαδή όσο περίπου ήταν και το 2018.

Η αναθεώρηση προς τα κάτω του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας για φέτος από το 2,3% του ΑΕΠ που προέβλεπε η προηγούμενη έκθεση της ΤτΕ τον Δεκέμβριο και 2,5% του ΑΕΠ που έχει θέσει ως στόχο ο Προϋπολογισμός του 2019 έχει ως αιτίες την επιβράδυνση της ευρωζώνης και τα διαρθρωτικά προβλήματα της Ελλάδας.

Όπως τονίζεται στο κείμενο της έκθεσης, οι προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 2019 θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας και ειδικότερα από την πορεία της οικονομίας των χωρών της ζώνης του ευρώ, αλλά και από τη συνέχιση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας με αμείωτο ρυθμό. Ειδικότερα για την οικονομία της ευρωζώνης, εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί η οικονομική ανάπτυξη και το 2019, με χαμηλότερο όμως ρυθμό (1,1%), καθώς ήδη καταγράφεται σημαντική υποχώρηση σε σύγκριση με τους υψηλούς ρυθμούς των προηγούμενων ετών και οι προοπτικές εμπεριέχουν αβεβαιότητα.

Σε ό,τι αφορά την εγχώρια οικονομική πραγματικότητα, η έκθεση του κ. Στουρνάρα τονίζει ότι η αναπτυξιακή δυναμική δεν έχει εδραιωθεί επαρκώς, αφού η μεταβολή του ύψους των επενδύσεων για το 2019 ήταν αρνητική (-12%) λόγω και της συνεχούς περικοπής του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, το ποσοστό της αποταμίευσης σε σχέση με το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών είναι αρνητικό, ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης, αν και βελτιωμένος, ήταν σχεδόν μηδενικός και το 2019, και το ποσοστό ανεργίας πολύ υψηλό. Παρ’ όλα αυτά, προβλέπει ότι η οικονομική μεγέθυνση κατά 1,9% του ΑΕΠ θα προέλθει κυρίως από την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης λόγω της συνεχιζόμενης ανόδου του τουρισμού, αγοράς εργασίας και τις επενδύσεις κυρίως σε ακίνητα.

Υπερφορολόγηση

Σε δημοσιονομικό επίπεδο η έκθεση της ΤτΕ θεωρεί μεγάλη πρόκληση την επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ την περίοδο 2018 -2022. Στην κατεύθυνση αυτή χαιρετίζεται η επίτευξη των στόχων από τους ετήσιους Προϋπολογισμούς, αλλά τονίζεται ότι τα υπερπλεονάσματα είναι αποτέλεσμα κυρίως της υπερφορολόγησης της οικονομίας.

Οπως τονίζεται, η υψηλή φορολόγηση τα τελευταία χρόνια, που είχε αποτέλεσμα τα υπερπλεονάσματα, αν και ανέκοψε την ανοδική πορεία του δημόσιου χρέους, συγκρατεί την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας, μειώνει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, περιορίζει τη βελτίωση της καταναλωτικής και επενδυτικής εμπιστοσύνης και δημιουργεί φορολογική κόπωση, με συρρίκνωση της φορολογικής βάσης και εξάντληση της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών. Στην κατεύθυνση αυτή σε άλλο σημείο της έκθεσης αναφέρεται ότι θα πρέπει να αλλάξει το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, δίνοντας έμφαση στη μείωση των φόρων.

Επιπλέον, η έκθεση του Διοικητή της ΤτΕ σημειώνει ότι το 2018 υπήρξε υπέρβαση του πρωτογενούς αποτελέσματος της γενικής κυβέρνησης για τρίτο συνεχές έτος, αλλά και ότι για άλλη μία χρονιά οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) περικόπηκαν έναντι του αρχικού στόχου, ενώ παρατηρήθηκε μεγάλη καθυστέρηση στην εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών των φορέων της γενικής κυβέρνησης προς τους προμηθευτές τους, παρά τις στοχευμένες εκταμιεύσεις στο πλαίσιο της δανειακής σύμβασης.

«Τα φαινόμενα αυτά, που επαναλαμβάνονται τα τελευταία έτη, στερούν πολύτιμους πόρους από την πραγματική οικονομία, μεγεθύνουν το πρόβλημα της ανεπαρκούς χρηματοδότησης της ιδιωτικής οικονομίας και επιβαρύνουν το μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης, όπως άλλωστε επισημαίνει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην έκθεση ενισχυμένης εποπτείας».

Με αυτά τα δεδομένα ο κ. Στουρνάρας επανέρχεται στην έκθεσή του στην κριτική του σχετικά με το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής ζητώντας μείωση φόρων.

Τονίζεται επίσης ότι για το 2019 προβλέπεται η εφαρμογή μιας επεκτατικής δέσμης δημοσιονομικών μέτρων ύψους περίπου 0,6% του ΑΕΠ, μερικώς αντισταθμιζόμενης από τη μείωση των δαπανών του ΠΔΕ κατά 0,3% του ΑΕΠ.

Κίνδυνοι και προκλήσεις

Σε δημοσιονομικό επίπεδο η ΤτΕ σημειώνει τον κίνδυνο που εμπεριέχουν οι ενδεχόμενες υποχρεώσεις που θα προκύψουν από δικαστικές αποφάσεις για αναδρομικά σε μισθούς και συντάξεις. Συγκεκριμένα η έκθεση σημειώνει ότι η «ενδεχόμενη εφαρμογή των αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες έκριναν αντισυνταγματικές προγενέστερες περικοπές των συντάξεων και την κατάργηση των Δώρων των συνταξιούχων, αποτελεί τον σημαντικότερο δημοσιονομικό κίνδυνο στο άμεσο μέλλον. Καθώς μάλιστα η χώρα εισέρχεται στον εκλογικό κύκλο, ενισχύονται οι κίνδυνοι επιβράδυνσης της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας και δημοσιονομικής χαλάρωσης, με αποτέλεσμα να επιτείνεται η οικονομική αβεβαιότητα. Ελλοχεύει συνεπώς ο κίνδυνος ανατροπής της σημαντικής προόδου που έχει συντελεστεί μέχρι σήμερα».

«Χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς ο δημοσιονομικός κίνδυνος που ελλοχεύει για το 2019 από ενδεχόμενες πιέσεις για μεγαλύτερη δημοσιονομική επέκταση εν όψει του εκλογικού κύκλου», τονίζει η έκθεση του διοικητή της ΤτΕ, σημειώνοντας και τον κίνδυνο του εκλογικού κύκλου στον οποίον έχει μπει για τα καλά η οικονομία.

Τονίζεται ακόμη ότι και μετά τη συμφωνία του Ιουνίου για το χρέος η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις στις οποίες θα πρέπει να απαντήσει.

Συγκεκριμένα:

– Την εξασφάλιση της μόνιμης επιστροφής του Ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές με βιώσιμους όρους που αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση στο άμεσο μέλλον.

– Τη μείωση του υψηλού δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ που αυξάνει το κόστος δανεισμού του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και περιορίζει την αναπτυξιακή δυναμική.

– Την επαναδιαπραγμάτευση των υψηλών πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων για μια παρατεταμένη περίοδο (3,5% του ΑΕΠ ετησίως μέχρι το 2022 και 2,2% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο την περίοδο 2023-2060), όταν μάλιστα συνοδεύεται από υψηλή φορολογία, επιδρά αρνητικά στην ανάπτυξη και κατ’ επέκταση στη βιωσιμότητα του χρέους.

– Τη μείωση του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών που αποτελεί τροχοπέδη στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης, αφού δεσμεύει τραπεζικά κεφάλαια και χρηματοδοτικούς πόρους σε μη παραγωγικές δραστηριότητες.

– Τη μείωση του ποσοστού ανεργίας, το οποίο παραμένει το υψηλότερο μεταξύ όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου

Copy link
Powered by Social Snap