ενώ Κινέζοι, Τούρκοι και Αραβες αγοράζουν μαζικά

Η «κατάρα» της κληρονομιάς: Ντόμινο με 10.063 αιτήσεις αποποίησης στο εννεάμηνο

16/09/18 • 14:52 | UPD 16/09/18 • 15:02

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΒΕΛΕΣΙΩΤΗ

Το… στρίβειν διά της αποποίησης κληρονομιάς, ειδικά εάν αυτή αφορά σε ακίνητο, συνεχίζουν να επιλέγουν οι Ελληνες, με συνέπεια ο αριθμός των σχετικών αιτήσεων σε αρκετές περιοχές της χώρας να είναι σήμερα σχεδόν τριπλάσιος από εκείνον των αποδοχών.

Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η Αθήνα. Οπως προκύπτει από τα στοιχεία του μεγαλύτερου Ειρηνοδικείου στην πρωτεύουσα, από τις αρχές του χρόνου έως και το α’ 10ήμερο του Σεπτεμβρίου 10.063 κληρονόμοι έσπευσαν να καταθέσουν αίτηση, αποποιούμενοι τα συγγενικά… δώρα και, άρα, τα βάρη -παλαιότερα (χρέη του εκλιπόντος), αλλά και νέα (φόροι)- που τα συνοδεύουν.

Ανοδικά…

Επισημαίνεται ότι πέρυσι, τα σχετικά αιτήματα «άγγιξαν» τα 14.075, από 12.500 το 2016 και 9.566 το 2015, ενώ στη διετία 2013-2014 ο αριθμός τους διαμορφώθηκε σε 14.798. «Καθημερινά δεχόμαστε περί τα 50 αιτήματα», τονίζουν στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής υπάλληλοι της οδού Κυρίλλου Λουκάρεως, επιβεβαιώνοντας την αυξητική τάση που καταγράφουν χρόνο με το χρόνο οι αποποιήσεις.

Παρόμοια είναι η εικόνα και στη Θεσσαλονίκη, με τον επικεφαλής του τμήματος αποποιήσεων κληρονομιών του Ειρηνοδικείου της πόλης, κ. Ιωάννη Γιαννακό, να αποκαλύπτει πως μέχρι στιγμής έχουν κατατεθεί 5.600 αιτήσεις έναντι περίπου 8.000 για το σύνολο του 2017.

Στον αντίποδα, αντιστρόφως ανάλογη είναι η πορεία των αιτήσεων αποδοχής κληρονομιάς. Σύμφωνα με τον προϊστάμενο της διεύθυνσης μηχανογράφησης του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, κ. Κώστα Καραΐσκο, από την αρχή του 2018 έως και τις πρώτες ημέρες του τρέχοντος μηνός ο αριθμός τους ξεπερνούσε τις 3.800 από 5.141 πέρυσι. «Την ίδια στιγμή που οι Ελληνες αποποιούνται τα ακίνητά τους, Κινέζοι, Τούρκοι και Αραβες αγοράζουν μαζικά κατοικίες στο κέντρο», συνεχίζει ο ίδιος και καταλήγει: «Τους τελευταίους μήνες παρατηρείται μία εντυπωσιακή αύξηση, της τάξεως του 40%, στις αγοραπωλησίες από ξένους».

Τα εμπόδια

«Ο φόρος κληρονομιάς, σε συνδυασμό με τον ΕΝΦΙΑ, αλλά και τη γενικότερη φορολογία, που… συντροφεύει τα τελευταία χρόνια την ακίνητη περιουσία, λειτουργούν αποτρεπτικά για τους κληρονόμους», σημειώνουν στον «Ε.Τ.» παράγοντες της αγοράς, παραπέμποντας στα στοιχεία, που διαβίβασε στη Βουλή ο απερχόμενος υπουργός Δικαιοσύνης, κ. Σταύρος Κοντονής, για την πορεία των αποποιήσεων από το 2013 έως και το 2016. Πιο αναλυτικά, το 2013 έγιναν 29.199 αποποιήσεις, για να ανέβουν σε 41.388 το 2014, 45.628 το 2015 και 54.422 το 2016. «Το 2017 έκλεισε με διπλάσιο αριθμό αιτήσεων σε σχέση με τον αμέσως προηγούμενο χρόνο, προσεγγίζοντας τις 100.000, ενώ το 2018 ενδέχεται να ξεπεράσουν τις 160.000, παρά τις αλλαγές οι οποίες έγιναν στο νόμο Κατσέλη», καταλήγουν οι ίδιοι παράγοντες.

Φόρος κληρονομιάς: Σύμφωνα με έρευνα, που πραγματοποιήθηκε στα τέλη του περασμένου έτους από την 4Life Direct, σχεδόν οκτώ στους 10 ερωτώμενους απάντησαν πως θα είναι «όχι πολύ εύκολο» ή «καθόλου εύκολο» να καλύψουν το κόστος του φόρου κληρονομιάς, έναντι μόλις 10% εκείνων που το θεωρούσαν «πολύ εύκολο». Την ίδια στιγμή, το 42% γνώριζε το κόστος του επίμαχου φόρου, ποσοστό που φθάνει το 49,3% στις ηλικίες άνω των 55 ετών. Αξίζει να σημειωθεί πως βάσει της πρόβλεψης της νομοθεσίας περί φορολογίας κληρονομιών, το αφορολόγητο ποσό στην α’ κατηγορία ανέρχεται σε 150.000 ευρώ, ενώ το υπολειπόμενο ποσό (συμπεριλαμβανομένων των ακινήτων και προσωπικών περιουσιακών στοιχείων) φορολογείται βάσει μιας προοδευτικής φορολογικής κλίμακας από 1% έως 10%.

ΕΝΦΙΑ: Παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης για μείωσή του -από 30% έως 50%- σε ορίζοντα… διετίας, αυτή, σύμφωνα με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων (ΠΟΜΙΔΑ), θα αφορά αποκλειστικά στους μικρούς και όχι στους μεσαίους ιδιοκτήτες, εκείνους, δηλαδή, που έχουν υποστεί τις μεγαλύτερες θυσίες στα χρόνια της κρίσης. «Αντίθετα, θα κληθούν να πληρώσουν πολλαπλάσια, προκειμένου να καλυφθεί η απώλεια εσόδων από την ελάφρυνση των μικρότερων ιδιοκτησιών», αναφέρει χαρακτηριστικά σε ανακοίνωσή της και προσθέτει: «Το χειρότερο, όμως, είναι ότι επανέρχεται το παράλογο και εφιαλτικό σενάριο της μετατροπής του ΕΝΦΙΑ σε ΦΑΠ, με εξαπλάσια δημοσιονομική απόδοση, χρεώνοντας ποσά που δεν θα υπάρχει ούτε τρόπος, αλλά ούτε και λόγος πλέον να καταβληθούν και που θα οδηγήσει σε εισπρακτικό Βατερλώ, με αποτέλεσμα την ανάγκη επιβολής και νέων φόρων».

Νόμος Κατσέλη: Ακόμη και οι αλλαγές, που έγιναν στο νόμο Κατσέλη δεν φαίνεται να… πείθουν τους κληρονόμους. Υπενθυμίζεται ότι, με βάση το τελευταίο «ρεκτιφιέ», ναι μεν, η αποδοχή υπερχρεωμένης κληρονομιάς δεν συνιστά de facto δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής χρηματικών οφειλών, αφορά δε, αποκλειστικά στους νόμιμους μεριδιούχους του αρχικού οφειλέτη, ήτοι τον/την σύζυγο και τα παιδιά. Για τις λοιπές περιπτώσεις, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, τα δικαστήρια είναι εκείνα που θα πρέπει να αποφασίσουν εάν δικαιούται ή όχι προστασίας.

Παράλληλα, σε περίπτωση θανάτου του οφειλέτη, είτε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας είτε μετά την έκδοση οριστικής απόφασης, αλλά πριν την απαλλαγή του, οι απαιτήσεις των πιστωτών επανέρχονται στο ύψος που θα βρίσκονταν εάν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση, μειωμένες κατά τις καταβολές του κληρονομουμένου. Διατηρείται, ωστόσο, η παύση ή ο περιορισμός της τοκογονίας κατά το χρονικό διάστημα μέχρι το θάνατο του οφειλέτη, καθώς για το επίμαχο διάστημα δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπερημερία του ούτε είναι εύλογο να διαταραχθεί -με αναδρομική ενέργεια- η ισορροπία μεταξύ των πιστωτών, των οποίων οι απαιτήσεις επιβαρύνονται με διαφορετικά επιτόκια, μόνο και μόνο λόγω του θανάτου του οφειλέτη.

Οσον αφορά στην περίπτωση που ο οφειλέτης είχε προστατεύσει δικαστικά την κύρια κατοικία του από τη ρευστοποίηση, πλην, όμως, απεβίωσε πριν από την ολοκλήρωση του σχεδίου διευθέτησης οφειλών, ο κληρονόμος έχει τη δυνατότητα να τη χρησιμοποιεί ως δική του κύρια κατοικία, ζητώντας από το δικαστήριο να του επιτρέψει τη συνέχιση του σχεδίου διευθέτησης, προσαρμοσμένου στη δική του ικανότητα αποπληρωμής. Η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών δεν θίγεται ούτε επιτρέπεται η συνολική διάρκεια των σχεδίων διευθέτησης του κληρονομουμένου και του κληρονόμου να υπερβαίνουν τη μέγιστη επιτρεπόμενη διάρκεια (20 έτη και κατ’ εξαίρεση 35 έτη επί συμβάσεων μεγαλύτερης διάρκειας). Ο κληρονόμος, ωστόσο, θα μπορεί να ζητήσει προστασία της κύριας κατοικίας και μετά την 31/12/2018, η δε αξία ρευστοποίησης, την οποία θα καταβάλει για την προστασία της κύριας κατοικίας, θα μειωθεί κατά τα ποσά που κατέβαλε ο κληρονομούμενος.

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής