Τι να προσέχουμε στις προσφυγές

«Παράθυρο» από το ΣτΕ για μείωση του ΕΝΦΙΑ

02/08/18 • 13:36 | UPD 02/08/18 • 16:08

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΑΙΤΣΑΚΗΣ

Το δρόμο σε χιλιάδες φορολογούμενους να επιτύχουν τη μείωση των φορολογητέων αξιών των ακινήτων τους επί των οποίων υπολογίζεται ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ), ώστε να μην πληρώνουν υπέρογκα ποσά φόρου κάθε χρόνο

Το δρόμο σε χιλιάδες φορολογούμενους να επιτύχουν τη μείωση των φορολογητέων αξιών των ακινήτων τους επί των οποίων υπολογίζεται ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ), ώστε να μην πληρώνουν υπέρογκα ποσά φόρου κάθε χρόνο, δείχνει το Β’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπ’ αριθμόν 1357/2018 που εξέδωσε.

Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, κάθε φορολογούμενος μπορεί να αμφισβητήσει τις τιμές ζώνης ανά τ.μ. με βάση τις οποίες υπολογίστηκε ο ΕΝΦΙΑ για την ακίνητη περιουσία του, προσφεύγοντας αρχικά στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και στη συνέχεια -αν η προσφυγή του στη ΔΕΔ απορριφθεί- στο αρμόδιο δικαστήριο.

Ολοκληρωμένο φάκελο

Όμως για να έχει πιθανότητα να μην απορριφθεί η ενδικοφανής προσφυγή του στη ΔΕΔ ή η ένδικη προσφυγή του στο αρμόδιο δικαστήριο θα πρέπει να ζητήσει τον καθορισμό συγκεκριμένων τιμών προβάλλοντας τεκμηριωμένα τις εκτιμήσεις του.

Ουσιαστικά με την απόφαση αυτή του ΣτΕ προβλέπεται ότι δεν αρκεί η υποβολή αιτήματος για ακύρωση μιας ισχύουσας τιμής ζώνης ανά τ.μ. στη ΔΕΔ ή στο αρμόδιο δικαστήριο, αλλά απαιτείται και η προβολή συγκεκριμένου ισχυρισμού από τον φορολογούμενο για το ύψος στο οποίο πρέπει να επανακαθοριστεί η τιμή αυτή. Επιπλέον, απαιτείται ο φορολογούμενος να προσκομίσει στο δικαστήριο συγκεκριμένα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό του.

Όπως αναφέρει, συγκεκριμένα, το κείμενο της νέας αυτής απόφασης, ο φορολογούμενος «βαρύνεται να προβάλει, με συγκεκριμένο ισχυρισμό, ότι η εφαρμοσθείσα τιμή ζώνης είναι (ουσιωδώς) μεγαλύτερη από την πραγματική αγοραία τιμή του ακινήτου του, καθώς και να διατυπώσει συγκεκριμένο αίτημα ως προς το ύψος στο οποίο πρέπει να καθοριστεί η επίμαχη αγοραία αξία, συνοδευόμενο, μάλιστα, από έγγραφα στοιχεία τεκμηρίωσής της, δεδομένου ότι, σε τέτοια περίπτωση, αντικείμενο της διοικητικής (ενδικοφανούς) διαδικασίας και της αντίστοιχης διοικητικής δίκης είναι ο προσδιορισμός της αμφισβητούμενης αγοραίας αξίας του ακινήτου και, συνακόλουθα, του φόρου ο οποίος αναλογεί κατά το νόμο στην αξία αυτή.

Αν ο φορολογούμενος παραλείψει να ανταποκριθεί στο ανωτέρω βάρος του, η ενδικοφανής προσφυγή του είναι απορριπτέα, ως αόριστη και αναπόδεικτη, ενώ, περαιτέρω, απορρίπτεται και η ένδικη προσφυγή του κατά της (σιωπηρής ή ρητής) απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής του».

Η απόφαση αυτή βασίζεται στη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, σύμφωνα με την οποία ο φορολογούμενος δύναται να αμφισβητήσει την εφαρμογή του αντικειμενικού τρόπου προσδιορισμού της αξίας του ακινήτου του, ζητώντας από το δικαστήριο τον προσδιορισμό της αξίας αυτής, εφόσον θεωρεί ότι η αντικειμενική αξία του ακινήτου του είναι ουσιωδώς μεγαλύτερη από την πραγματική αγοραία αξία του.

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου