Παράθυρο για αποδοχή ομολόγων και μετά το πρόγραμμα

10/07/18 • 09:06 | UPD 10/07/18 • 09:06

Ανταπόκριση από τις Βρυξέλλες, Νίκος Μπέλλος

Η συνέχιση ή όχι της κατ’ εξαίρεση αποδοχής των ελληνικών ομολόγων ως ενεχύρων για παροχή ρευστότητας στις τράπεζες θα συζητηθεί στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ, όταν ολοκληρωθούν οι διαδικασίες επικύρωσης των αποφάσεων του Eurogroup της 21ης Ιουνίου.

Η παραπάνω διαπίστωση προκύπτει από την απάντηση που έδωσε χθες ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι σε σχετική ερώτηση του ευρωβουλευτή Γιώργου Κύρτσου κατά τη διάρκεια συζήτησης στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ευρωβουλής.

Οπως είπε ο κ. Ντράγκι, η κατ’ εξαίρεση αποδοχή των ελληνικών ομολόγων, το λεγόμενο και waiver, τελειώνει με την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος, ενώ η ενισχυμένη εποπτεία στην οποία εντάσσεται η Ελλάδα δεν καλύπτει την ΕΚΤ.

Ωστόσο, όπως είπε, θα περιμένουμε να ολοκληρωθεί η διαδικασία έγκρισης των αποφάσεων του Εurogroup της 21ης Ιουνίου με την επικύρωση από εθνικά κοινοβούλια και την εκταμίευση της τελευταίας δόσης από τον ΕΜΣ (15 δισ. ευρώ). Αμέσως μετά θα κάνουμε τη δική μας αξιολόγηση για τη βιωσιμότητα του χρέους και τους κινδύνους, αφού λάβουμε υπόψη και τις παρατηρήσεις των εθνικών κοινοβουλίων, είπε, αφήνοντας έτσι ανοικτό το ενδεχόμενο συνέχισης του waiver.

Εξάλλου, την περαιτέρω μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) στις χώρες της Ευρωζώνης προβλέπει ο Μάριο Ντράγκι, εξέλιξη που αποδίδει στην ισχυρή ανάπτυξη και τη βελτίωση του νομικού πλαισίου.

Ο αξιωματούχος της Ευρωζώνης κάλεσε τα κράτη μέλη να ολοκληρώσουν το συντομότερο την τραπεζική ένωση προωθώντας την ευρωπαϊκή εγγύηση των καταθέσεων. Κι αυτό γιατί, όπως είπε, σε μια περίοδο παγκόσμιας αβεβαιότητας, η ολοκλήρωση της Ευρωζώνης, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να παραμένει ατελής.

Ειδικότερα, ο κ. Ντράγκι στάθηκε ιδιαίτερα στην τραπεζική ένωση λέγοντας ότι πέρασαν έξι χρόνια από τότε που ξεκίνησε η ολοκλήρωσή της και αυτό έχει συμβάλει στη σταθεροποίηση των τραπεζών. Ομως θεωρεί ότι χρειάζονται επιπλέον μέτρα για την τραπεζική ένωση και στο πλαίσιο αυτό χαιρέτισε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για δανεισμό του ταμείου εξυγίανσης τραπεζών από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Πρόσθεσε ότι το μέτρο αυτό θα πρέπει να υλοποιηθεί το συντομότερο μαζί με την πανευρωπαϊκή εγγύηση των καταθέσεων.

Για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που επικαλούνται όσοι διατυπώνουν επιφυλάξεις στην πανευρωπαϊκή εγγύηση των καταθέσεων βαίνουν μειούμενα και αυτό θα συνεχιστεί όσο η ανάπτυξη παραμένει ισχυρή, γιατί η διόγκωση στα ΜΕΔ είναι προϊόν της κρίσης των τελευταίων ετών. Πρόσθεσε επίσης ότι το νομοθετικό πλαίσιο βοηθάει τις τράπεζες να απαλλαγούν από τα ΜΕΔ, ενώ αυτό θα πρέπει να βελτιωθεί σε όλες τις χώρες, είπε.

Σύμφωνα με τον κ. Ντράγκι, η μείωση των ΜΕΔ αυξάνει την κεφαλαιακή κατάσταση των τραπεζών, που σημαίνει ότι ο δανεισμός γίνεται επικερδής και αυξάνεται μακροπρόθεσμα. «Για να μπορέσουν οι τράπεζες να συγκεντρώσουν κεφάλαια από τις αγορές πρέπει να μειώσουν τα ΜΕΔ», είπε, προσθέτοντας ότι κάποιες τράπεζες κατάφεραν να μειώσουν σημαντικά τα δάνεια τα τελευταία χρόνια και να βρουν ιδιωτικά κεφάλαια.

Για την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξος, υπογραμμίζοντας ότι το πρώτο τρίμηνο του 2018 το ΑΕΠ αυξήθηκε στην Ευρωζώνη 0,4%, ενώ συμπληρώθηκε μια πενταετία συνεχούς ανάπτυξης. Η ευρωπαϊκή οικονομία κινείται σε στέρεη βάση, παρά τη μικρή επιβράδυνση της ανάπτυξης από τις αρχές του έτους, τόνισε, επισημαίνοντας ότι από τα μέσα του 2013 δημιουργήθηκαν 8,4 εκατομμύρια θέσεις απασχόλησης, ενώ η ανεργία κινείται στο 8,4% (Μάιος) που είναι το χαμηλότερο ποσοστό από τον Δεκέμβριο του 2008.

Σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες προβολές, που επικαλέστηκε, το ΑΕΠ θα αυξηθεί φέτος 2,1% στην Ευρωζώνη, 1,9% του χρόνου και 1,7% το 2020. Υπάρχουν αβεβαιότητες που παρακολουθούμε πολύ στενά, όπως για παράδειγμα το πρόβλημα του παγκόσμιου προστατευτισμού, ανέφερε.

Αναφορικά με τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη είπε ότι θα κυμανθεί στο 1,7% δηλαδή κάτω αλλά πλησίον του θεωρητικού στόχου του 2,0%.

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου