Το... μακρινό 1974, η Ντόλι Πάρτον πήρε μια δύσκολη απόφαση, λέγοντας ίσως το πιο σημαντικό «όχι» της ζωής της. Όσο σκληρό κι αν ήταν, «απέρριψε» πρόταση του Έλβις Πρίσλεϊ, όμως εκείνη ακριβώς τη στιγμή καθορίστηκε η δημιουργία της οικονομικής αυτοκρατορίας της.
Είχε μόλις κυκλοφορήσει το τραγούδι της «I Will Always Love You», το οποίο έμελλε να γίνει θρυλικό μερικές δεκαετίες αργότερα. Μόλις το άκουσε ο «βασιλιάς» του ροκ εντ ρολ, Έλβις Πρίσλεϊ, εξέφρασε την επιθυμία να το ηχογραφήσει εκείνος.
Η Ντόλι Πάρτον δε μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό της μόλις το έμαθε. «Αυτό είναι το μεγαλύτερο πράγμα που μου έχει συμβεί ποτέ ως τραγουδοποιός», είχε πει σε συνέντευξή της το 2006, διηγούμενη εκείνη τη στιγμή.
Όμως ο Έλβις δεν ηχογράφησε ποτέ αυτό το τραγούδι…
Όταν η Ντόλι Πάρτον συναντήθηκε με τον μάνατζερ του Πρίσλεϊ, την ενημέρωσε πως για να γίνει η ηχογράφηση, θα πρέπει εκείνη να παραιτηθεί από τα μισά δικαιώματα μουσικής έκδοσης, τα οποία καθορίζουν τα έσοδα από τα πνευματικά δικαιώματα που θα κέρδιζε από τη σύνθεση των τραγουδιών της.
Παρ’ όλο που ο μάνατζερ του Έλβις τη διαβεβαίωσε πως δεν είναι παρά ένας τυπικός «κανόνας», η Ντόλι Πάρτον αρνήθηκε την πρόταση. «Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να σας δώσω τα δικαιώματα. Αυτά είναι τα τραγούδια μου, είναι σαν παιδιά μου. Και περιμένω να με στηρίξουν όταν θα είμαι γριά!». Αυτή ήταν η απάντησή της, όπως είπε η ίδια μερικά χρόνια αργότερα στο περιοδικό W.
Όμως η Πάρτον δεν πήρε αυτή την απόφαση ελαφρά τη καρδία… Ομολόγησε πως έκλαιγε όλη νύχτα για τη χαμένη ευκαιρία να πει το τραγούδι της ο Έλβις. Όμως τελικά, το γεγονός ότι κράτησε εκείνη όλα τα πνευματικά της δικαιώματα για το συγκεκριμένο τραγούδι αποδείχθηκε σοφό. Και ναι, τελικά τα τραγούδια της όντως τη στήριξαν όταν μεγάλωσε.
Η Πάρτον, η οποία πέθανε την Τρίτη (25/08) σε ηλικία 80 ετών, μνημονεύεται σε όλο τον κόσμο ως εμβληματική μορφή της κάντρι μουσικής, όμως και το επιχειρηματικό και φιλανθρωπικό της έργο είναι εξίσου αξιομνημόνευτα. Ήταν επίσης μια έξυπνη και αποφασιστική επαγγελματίας σε μια ζωτική αλλά, για πολλούς καλλιτέχνες, απρόσιτη πτυχή της μουσικής βιομηχανίας: τον έλεγχο της πνευματικής της ιδιοκτησίας.
Υπήρξε εξαιρετικά παραγωγική τραγουδοποιός και, κρατώντας τα δικαιώματα έκδοσης, κατάφερε να διατηρήσει την κυριότητα των βασικών πνευματικών δικαιωμάτων για τα τραγούδια της. Αυτή η ιδιοκτησία της επέτρεψε να μεγιστοποιήσει τα κέρδη από το έργο της και να διατηρήσει τον έλεγχο του πώς κυκλοφορούσαν και αδειοδοτούνταν τα τραγούδια της. Στη μουσική, τα πνευματικά δικαιώματα για τη σύνθεση και τους στίχους είναι χωριστά από εκείνα των ηχογραφήσεων και συχνά αποδεικνύονται πολύ πιο πολύτιμα, όπως εξηγούν στο σχετικό του δημοσίευμα οι New York Times.
Στις έξι δεκαετίες της καριέρας της η Πάρτον είχε τον απόλυτο έλεγχο των τραγουδιών της, μέσω μιας σειράς εταιρειών. Στο πέρασμα των χρόνων, δημιούργησε επίσης διάφορα labels για τις ηχογραφήσεις της: Blue Eye, Dolly, Butterfly.
Υποστήριζε με ιδιαίτερη θέρμη την ακεραιότητα του έργου της. Το 1985, η Πάρτον κατέθεσε σε μια δίκη για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων στο Λος Άντζελες, αφού της ασκήθηκε αγωγή για 1 εκατομμύριο δολάρια από ένα ζευγάρι που ισχυριζόταν ότι το τραγούδι της «9 to 5» -μια τεράστια επιτυχία από το σάουντρακ της ταινίας της το 1980- ήταν αντιγραφή ενός δικού τους με τίτλο «Money World».
Στο εδώλιο, η Πάρτον έδωσε μια… εντυπωσιακή κατάθεση. Απάντησε με την κιθάρα της, παίζοντας και τραγουδώντας μία μείξη τραγουδιών για εργαζόμενες γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων των «9 to 5» και «A Little at a Time».
«Εγώ δεν κλέβω», κατέθεσε η Πάρτον, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής. Και οι ένορκοι την αθώωσαν.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2020, καθώς η Γουόλ Στριτ ανακάλυψε την αξία των σταθερών ροών πνευματικών δικαιωμάτων για κορυφαίες μουσικές δημιουργίες, προσωπικότητες όπως ο Μπομπ Ντίλαν, ο Μπρους Σπρίνγκστιν και ο Πολ Σάιμον πωλούσαν τα τραγούδια τους για εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια – και το μουσικό αρχείο της Πάρτον προκάλεσε αντίστοιχο ενδιαφέρον.
Σε συνέντευξή της το 2020, η Πάρτον είπε στο Music Week: «Είναι πολύ πιθανό, για επιχειρηματικούς λόγους, οικογενειακό προγραμματισμό και οικογενειακά ζητήματα, να πουλήσω τον κατάλογο των τραγουδιών που έχω τώρα». Αλλά, πρόσθεσε, θα ήθελε να διατηρήσει «κάποιον έλεγχο, ανεξάρτητα από το σε ποιον θα πουλούσα, και την πατρότητα των τραγουδιών μου».
Την πολιόρκησαν μεγάλοι επενδυτές και φήμες για μια πιθανή συμφωνία για τα τραγούδια της Πάρτον διέτρεξαν τη μουσική βιομηχανία. Όμως εκείνη δεν πούλησε ποτέ.
Προς το παρόν είναι άγνωστο το πώς θα διαχειρίζονται τα τραγούδια της μετά τον θάνατό της. Αυτή τη στιγμή η διαχείριση γίνεται από τη Sony Music Publishing. Όταν η Πάρτον αρνήθηκε το αίτημα του Πάρκερ να θυσιάσει τα μισά δικαιώματα έκδοσης, ήταν «καλά ενημερωμένη για τις συνήθεις πρακτικές» του μάνατζερ του Πρίσλεϊ και των μουσικών εκδοτών Hill & Range, δήλωσε ο Πίτερ Γκουράλνικ, συγγραφέας μιας καταξιωμένης βιογραφίας δύο τόμων για τον Πρίσλεϊ.
Αλλά «θα ήταν εντελώς αντίθετο προς τις δικές της επιχειρηματικές πρακτικές, τη φυσική της ευφυΐα και το ανεξάρτητο πνεύμα της να παραχωρήσει οποιοδήποτε μέρος των εκδοτικών της δικαιωμάτων», δήλωσε ο Γκουράλνικ.
Ο Πρίσλεϊ δεν ηχογράφησε ποτέ το «I Will Always Love You», πράγμα που σήμαινε ότι η Πάρτον έχασε αυτά που θα μπορούσαν να είναι σημαντικά έσοδα από πνευματικά δικαιώματα, ακόμη και σε μειωμένο ποσοστό. Όμως η αποφασιστικότητά της δικαιώθηκε όταν η Γουίτνεϊ Χιούστον ηχογράφησε το τραγούδι για την ταινία της «The Bodyguard» το 1992.
Το σινγκλ βρέθηκε στην 1η θέση για 14 εβδομάδες και το άλμπουμ με το σάουντρακ της Χιούστον πούλησε περισσότερα από 19 εκατομμύρια αντίτυπα, σύμφωνα με την Ένωση Δισκογραφικής Βιομηχανίας Αμερικής (RIAA). Διατηρώντας την πλήρη κυριότητα του τραγουδιού, η Πάρτον δήλωσε: «Έβγαλα αρκετά χρήματα για να αγοράσω την Γκρέισλαντ».





















