Υπήρξε μια εποχή που η οικονομική ανάγκη χωρούσε σε ένα μικρό κουτί. Σε μια ασημένια ταμπακιέρα, ένα δαχτυλίδι, ένα ρολόι, μια καρφίτσα ή σε ένα ζευγάρι ασημένια κουτάλια. Για τον άνθρωπο που δεν είχε πρόσβαση στην τράπεζα, αυτά μπορούσαν να είναι το μοναδικό του κεφάλαιο.
Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, και ιδιαίτερα μέσα στη δίνη της μεγάλης οικονομικής κρίσης, το πρόβλημα ήταν καθημερινό. Ο άνεργος, ο μικρέμπορος, ο υπάλληλος που βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε μια αρρώστια ή σε ένα απρόοπτο έξοδο, είχαν συχνά ανάγκη από ένα σχετικά μικρό ποσό. Όχι από ένα μεγάλο κεφάλαιο για επενδύσεις, αλλά από μερικές εκατοντάδες ή χιλιάδες δραχμές για να περάσουν μια δύσκολη στιγμή.
Οι τράπεζες, όμως, δεν ήταν φτιαγμένες για αυτούς. «Δεν δανείζει κανείς παρά μόνο τους πλουσίους», ήταν η σκληρή διαπίστωση που βρισκόταν πίσω από μια πρωτοβουλία της εποχής, η οποία έμελλε να αποκτήσει μια σχεδόν παράδοξη ονομασία: «Τράπεζα Ελεημοσύνης».
Έτσι χαρακτήρισε το υπό ίδρυση Κρατικό Ενεχυροδανειστήριο ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Παναγής Βουρλούμης, όταν στις 8 Ιουνίου 1931 κατέθεσε στη Βουλή την εισηγητική έκθεση για το σχετικό σχέδιο νόμου. Δίπλα στον επίσημο τίτλο, η παρένθεση έλεγε πολλά για τη φιλοσοφία του εγχειρήματος: «Τράπεζα Ελεημοσύνης».
Δεν επρόκειτο, φυσικά, για ελεημοσύνη με τη συνήθη έννοια. Το κράτος δεν θα μοίραζε χρήματα. Θα έδινε τη δυνατότητα σε ανθρώπους χωρίς τραπεζική πίστη να λάβουν δάνειο, καταθέτοντας ως εγγύηση ένα κινητό αντικείμενο. Και αυτό, για την Ελλάδα της εποχής, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή τραπεζική υπηρεσία.
Οι άνθρωποι που δεν είχαν «πίστη»
Η χώρα περνούσε μια δύσκολη περίοδο. Οι πολεμικές περιπέτειες των προηγούμενων δεκαετιών, η Μικρασιατική Καταστροφή και στη συνέχεια η διεθνής οικονομική κρίση είχαν αφήσει βαθιά σημάδια στην κοινωνία. Η ανεργία, οι οικονομικές δυσκολίες και η αδυναμία πολλών ανθρώπων να βρουν δανεισμό από τα κανονικά πιστωτικά ιδρύματα δημιουργούσαν πρόσφορο έδαφος για την τοκογλυφία.
Ο Παναγής Βουρλούμης περιέγραφε με παραστατικό τρόπο εκείνους που είχαν ανάγκη από δανεισμό αλλά δεν διέθεταν την απαραίτητη πιστοληπτική ικανότητα. «Οι πτωχοί, όπως και οι μετρίας οικονομικής καταστάσεως», σημείωνε, είχαν συχνά ανάγκη από χρήματα «διά να αντιμετωπίσουν αμέσους ανάγκας της ζωής».
Ο άνεργος. Ο τεχνίτης που έμενε χωρίς δουλειά. Ο μικρέμπορος που αντιμετώπιζε μια δύσκολη λήξη. Ο επαγγελματίας που χρειαζόταν ένα μικρό ποσό για μια συναλλαγή. Άνθρωποι που δεν είχαν, όπως έγραφε, «πίστωσιν, από την εμπορικήν έννοιαν της λέξεως». Είχαν όμως κάτι άλλο. «Τα εργαλεία των, τα έπιπλά των, τα κοσμήματά των, τον ρουχισμόν των». Αυτά μπορούσαν να μετατραπούν σε ενέχυρο.
Η περιγραφή του υπουργού ξεπερνούσε, πάντως, τα στενά όρια της φτώχειας. Στην εισηγητική έκθεση περιλαμβάνονταν και άνθρωποι που είχαν παρασυρθεί από τη σπατάλη, τον τζόγο ή την πολυτέλεια, καλλιτέχνες που δεν μπορούσαν να διαθέσουν τα έργα τους μέσα στην κρίση, ακόμη και πρώην εύποροι που είχαν βρεθεί ξαφνικά σε οικονομική κατάρρευση.
Το κείμενο του 1931, βέβαια, φέρει και όλες τις ιδεολογικές και κοινωνικές προκαταλήψεις της εποχής του. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικές είναι οι αντισημιτικές αναφορές του Βουρλούμη στους τοκογλύφους, οι οποίες αποτελούν μέρος του πρωτογενούς κειμένου και του κλίματος της εποχής, αλλά δεν μπορούν φυσικά να θεωρηθούν ιστορική ή κοινωνική περιγραφή μιας ολόκληρης κοινότητας.
Η βασική ιδέα, πάντως, ήταν σαφής: μέσα σε μια κοινωνία όπου, όπως έγραφε ο Βουρλούμης, ο «άγριος συναγωνισμός» είχε μετατρέψει τη ζωή σε μάχη, το κράτος όφειλε να δημιουργήσει ένα ανάχωμα για όσους κινδύνευαν να πέσουν στα χέρια των δανειστών της ανάγκης.

Η πρώτη σελίδα της εισηγητικής έκθεσης προς την Βουλή «Περί ιδρύσεως Κρατικού Ενεχυροδανειστηρίου» και σε παρένθεση «Τραπέζης Ελεημοσύνης» …
Μια τράπεζα με ενέχυρο ένα δαχτυλίδι
Φυσικά το «Τράπεζα Ελεημοσύνης» δεν αποτέλεσε την επίσημη ονομασία, ο οποίος ήταν «Κρατικόν Ενεχυροδανειστήριον», που υπαγόταν στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Ο νέος θεσμός προβλεπόταν να χορηγεί δάνεια με ενέχυρο κινητά αντικείμενα. Κοσμήματα, τιμαλφή, έπιπλα, σκεύη, χαλιά, ρούχα σε καλή κατάσταση, μουσικά όργανα, εργαλεία τεχνιτών, έργα ζωγράφων, χρεόγραφα κλπ.
Η λογική ήταν απλή: ο πολίτης παρέδιδε προσωρινά ένα αντικείμενο, το οποίο εκτιμούσε η υπηρεσία, και λάμβανε το αντίστοιχο δάνειο. Εφόσον το εξοφλούσε μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, έπαιρνε πίσω το αντικείμενό του.
Η επίσημη έναρξη του θεσμού ήρθε τον Οκτώβριο του 1934, και ο ο Τύπος της εποχής την υποδέχθηκε με πανηγυρικούς τίτλους :«Επί τέλους!…». Η καθυστέρηση είχε προκαλέσει παράπονα. Παρότι τα επίσημα εγκαίνια του ιδρύματος είχαν πραγματοποιηθεί μήνες νωρίτερα, το βασικό τμήμα –εκείνο της παροχής δανείων με ενέχυρο– δεν είχε αρχίσει αμέσως να λειτουργεί. Ο λόγος ήταν οι εκτιμητές. Η υπηρεσία έπρεπε να βρει πρόσωπα «αναγνωρισμένης εντιμότητος και ειδικότητος», αφού από την κρίση τους θα εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό η λειτουργία του νέου ιδρύματος. Όταν τελικά διορίστηκαν το προσωπικό και οι εκτιμητές, η αναμονή τελείωσε.

Ο εμπνευστής και εισηγητής του Κρατικού Ενεχυροδανειστηρίου Παναγής Βουρλούμης.
Η ασημένια ταμπακιέρα των 180 δραχμών
Ο πρώτος που στάθηκε μπροστά στη διαδικασία του ενεχυροδανεισμού ήταν ο υφυπουργός Συγκοινωνίας Ντίνος Τσαλδάρης. Έβγαλε μια ασημένια ταμπακιέρα και την παρέδωσε ως ενέχυρο. Ο εκτιμητής την εξέτασε και αποφάνθηκε ότι η αξία της επέτρεπε τη χορήγηση δανείου 180 δραχμών. Έτσι, έγινε ο πρώτος δανειολήπτης του νέου θεσμού.
Αμέσως μετά την ενεχυρίαση της ταμπακιέρας άρχισε η μαζική προσέλευση του κοινού. Μέσα σε δύο ή τρεις ώρες, σύμφωνα με τον Τύπο, περισσότερα από 500 άτομα είχαν λάβει δάνεια με ενέχυρο διάφορα τιμαλφή. Τα δάνεια άρχιζαν από τις 200 δραχμές και έφθαναν μέχρι τις 15.000 δραχμές. Η ικανοποίηση ήταν γενική. Και, όπως σημείωνε η εφημερίδα, οι περισσότεροι από εκείνους που περνούσαν από τις θυρίδες προέρχονταν από τη μεσαία και τη λαϊκή τάξη.

Μετά την οδό Αριστείδου ο χώρος του Κρατικού Κρατικού Ενεχυροδανειστηρίου μεταφέρεται το 1939 στην οδό Σταδίου 18.
Ουρές στην οδό Αριστείδου
Μερικές ημέρες αργότερα, ένας δημοσιογράφος επισκέφθηκε το Ενεχυροδανειστήριο και κατέγραψε μια από τις πιο ζωντανές εικόνες της Αθήνας του 1934. Η οδός Αριστείδου ήταν γεμάτη. Στο παλαιό μέγαρο της Τράπεζας της Βιομηχανίας, όπου στεγάζονταν τότε τα Ενεχυροδανειστήρια, συνωστίζονταν εκατοντάδες άνθρωποι. Φτωχοί, μικροαστοί, γριούλες, δεσποινίδες, άνδρες. Όλοι κρατούσαν κάτι. Ένα αντικείμενο που, για λίγες ώρες, θα περνούσε από τα χέρια τους στα χέρια του κράτους.
Ο δημοσιογράφος σημείωνε ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έφταναν εκεί με τη δυσπιστία και την αγωνία που ένιωθαν όταν απευθύνονταν στους τοκογλύφους. Προχωρούσαν προς τις τέσσερις θυρίδες που έφεραν την επιγραφή: «Ενέχυρα». Πρώτα έπαιρναν ένα δελτίο προτεραιότητας. Ύστερα παρέδιδαν το αντικείμενό τους για εκτίμηση. Ο εκτιμητής το εξέταζε και έδινε την απάντηση: – Τόση είναι η αξία του. Τόσα θα πάρετε. Δέχεσθε;
Αν ο ενδιαφερόμενος δεν συμφωνούσε, έπαιρνε το αντικείμενό του και έφευγε. Αν συμφωνούσε, άρχιζε η διαδικασία. Και, σύμφωνα με τη δημοσιογραφική περιγραφή, όλα γίνονταν γρήγορα. Μέσα σε λιγότερο από δέκα λεπτά ο πολίτης μπορούσε να έχει ολοκληρώσει τη διαδικασία και να βρεθεί στο ταμείο για να λάβει το δάνειό του.

Σε αυτό το δημοσίευμα ο, υπό ίδρυση ακόμα, θεσμός ονομάζεται «Λαϊκά Ενεχυροδανειστήρια».
Πίσω από τις θυρίδες
Η εικόνα πίσω από τα γκισέ έμοιαζε περισσότερο με χρυσοχοείο παρά με τραπεζική υπηρεσία. Πάνω στο μεγάλο τραπέζι υπήρχαν μικρές και μεγαλύτερες ζυγαριές. Γύρω τους περνούσαν χρυσαφικά, δαχτυλίδια, ρολόγια, καρφίτσες, ασημένια σερβίτσια, μαχαίρια και πιρούνια. Ο εκτιμητής ζύγιζε και υπολόγιζε. Αλλά η αποτίμηση ήταν αυστηρή. Δεν είχε σημασία αν ένα αντικείμενο ήταν οικογενειακό κειμήλιο, είχε ιδιαίτερη καλλιτεχνική εργασία ή προσωπική συναισθηματική αξία. Η εκτίμηση βασιζόταν, αποκλειστικά στην αντικειμενική αξία του αντικειμένου και κυρίως στην αξία του μετάλλου.
Ο εκτιμητής, μάλιστα, ήταν υποχρεωμένος να είναι φειδωλός. Ο λόγος ήταν εξαιρετικά πρακτικός: εάν εκτιμούσε υπερβολικά ένα αντικείμενο και, σε περίπτωση μη εξόφλησης του δανείου, αυτό δεν έπιανε στον πλειστηριασμό το ποσό που είχε δοθεί, τη διαφορά μπορούσε να υποχρεωθεί να την καλύψει ο ίδιος. Ήταν ένας πρακτικός τρόπος να προστατευθεί το ίδρυμα από υπερβολικές εκτιμήσεις ή πιθανές «υπόγειες» συνεννοήσεις.
Μετά την εκτίμηση συντασσόταν αναλυτική περιγραφή του αντικειμένου. Το δελτίο γινόταν σε δύο αντίγραφα. Ακολουθούσε το ένταλμα πληρωμής και η ενεχυραπόδειξη, την οποία ο δανειζόμενος όφειλε να φυλάξει μέχρι να εξοφλήσει το δάνειο και να παραλάβει ξανά το αντικείμενό του. Ο θησαυροφύλακας αναλάμβανε το ενέχυρο. Αρχικά το τοποθετούσε σε πρόχειρο χρηματοκιβώτιο και, αργότερα, μαζί με τον διευθυντή, το μετέφερε στα υπόγεια θησαυροφυλάκια. Η διαδικασία είχε σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα.
Η σιδερένια πόρτα των θησαυροφυλακίων δεν άνοιγε με ένα μόνο κλειδί. Χρειάζονταν δύο. Ένα του θησαυροφύλακα και ένα του διευθυντή, αφού μόνο όταν γυρνούσαν και τα δύο, άνοιγαν οι βαριές πόρτες. Εκεί κατέληγαν, μέσα σε ειδικά σακουλάκια με τον αύξοντα αριθμό τους, τα δαχτυλίδια, οι καρφίτσες, τα βραχιόλια και τα ρολόγια της Αθήνας του 1934.

Δημοσίευμα για την πρώτη ημέρα λειτουργίας του.
Ο «παράδεισος» των ενεχύρων
Ο δημοσιογράφος περιέγραφε με χιούμορ το θησαυροφυλάκιο ως έναν μικρό «παράδεισο», γεμάτο τιμαλφή. Μέσα στις πρώτες ημέρες λειτουργίας δεν υπήρχε ακόμη στατιστική εικόνα για το είδος των αντικειμένων που κατέθετε ο κόσμος. Με μια πρόχειρη ματιά, όμως, ξεχώριζαν οι καρφίτσες, τα δαχτυλίδια και τα βραχιόλια. Ακολουθούσαν τα ρολόγια και τα ασημένια επιτραπέζια σκεύη.
Τα πιο παράξενα αντικείμενα δεν είχαν ακόμη κάνει την εμφάνισή τους. Και ο λόγος ήταν ότι η υπηρεσία, τουλάχιστον στην πρώτη φάση, περιοριζόταν στα τιμαλφή. Ο νόμος, όμως, επέτρεπε πολύ ευρύτερο πεδίο ενεχυρίασης. Οικιακά σκεύη, ραπτομηχανές, χαλιά και άλλα αντικείμενα.
Ο δημοσιογράφος δεν έχασε την ευκαιρία για ένα αστείο. Όταν θα επεκτεινόταν η δυνατότητα ενεχυρίασης, έγραφε, δεν θα ήταν απίθανο να εμφανιστεί κάποιο πρωί ακόμη και «κανένα κοφίνι μπουγάδας». Η πραγματικότητα, ωστόσο, πίσω από το χιούμορ ήταν σκληρή. Όποιος περνούσε την πόρτα του Ενεχυροδανειστηρίου είχε ανάγκη από χρήματα. Και η υπηρεσία είχε ιδρυθεί ακριβώς για να προσφέρει σε αυτόν τον άνθρωπο μια εναλλακτική λύση απέναντι στον ιδιώτη τοκογλύφο.

Ουρές στα γκισέ και έξω από την είσοδο του Κρατικού Ενεχυροδανειστηρίου, (Οι φωτογραφίες προέρχονται από δημοσιεύματα και φωτογραφικά αρχεία της εποχής. Έχουν υποστεί ψηφιακή αποκατάσταση, χρωματική επεξεργασία και βελτίωση της ευκρίνειάς τους με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς αλλοίωση του ιστορικού περιεχομένου).
Η μόνη δύσκολη στιγμή: το σφυρί
Η λειτουργία του θεσμού, βέβαια, δεν μπορούσε να είναι χωρίς όρους. Τα δάνεια ήταν τρίμηνα και μπορούσαν να ανανεωθούν για δύο ακόμη τρίμηνες περιόδους. Οι τόκοι, που αναφέρονται ως 8%, καθώς και τα έξοδα φύλαξης, παρακρατούνταν από το ποσό του δανείου. Κάποια στιγμή, όμως, το δάνειο έπρεπε να εξοφληθεί.
Αν ο δανειολήπτης επέστρεφε και πλήρωνε, έπαιρνε πίσω το αντικείμενό του. Αν όχι, ειδοποιούνταν. Και, εφόσον δεν εμφανιζόταν, το ενέχυρο οδηγούνταν στον πλειστηριασμό. Ήταν, φυσικά, το αυτονόητο «μελανό σημείο» της διαδικασίας.
Αλλά, ταυτόχρονα, ήταν και το όριο ανάμεσα σε ένα δανειοδοτικό ίδρυμα και σε μια πραγματική φιλανθρωπική υπηρεσία. Το Ενεχυροδανειστήριο δεν μπορούσε να χαρίζει χρήματα. Έπρεπε να εξασφαλίζει την επιστροφή των κεφαλαίων του. Η μεγάλη του διαφορά βρισκόταν αλλού. Στην προσπάθεια να κάνει τον δανεισμό πιο καθαρό, πιο γρήγορο και –κυρίως– πιο ελεγχόμενο. Να δώσει στον άνθρωπο της ανάγκης μια διέξοδο χωρίς να τον αφήνει απόλυτα εκτεθειμένο στον δανειστή της γειτονιάς.
Σοβαρό πλήγμα στους τοκογλύφους
Ο Τύπος της εποχής δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό του. Ένας από τους τίτλους ήταν χαρακτηριστικός: «Ένα σοβαρόν πλήγμα των… τοκογλύφων». Και πράγματι, αυτός ήταν ένας από τους βασικούς λόγους ύπαρξης του θεσμού. Η «Τράπεζα Ελεημοσύνης» δεν ήταν φιλανθρωπία. Ήταν μια κρατική παρέμβαση στην οικονομία της ανάγκης.
Αυτή είναι, τελικά, ίσως η ουσία της «Τράπεζας Ελεημοσύνης». Δεν χάριζε χρήματα. Δεν καταργούσε το χρέος. Δεν εξαφάνιζε τη φτώχεια. Έδινε όμως στον άνθρωπο που δεν είχε «πίστη» στην κανονική τραπεζική αγορά τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ως προσωρινή εγγύηση ό,τι είχε απομείνει στην κατοχή του. Ένα ρολόι. Ένα δαχτυλίδι. Μια ταμπακιέρα. Και, μαζί με αυτά, την ελπίδα ότι η ανάγκη δεν θα κρατούσε για πάντα.

