Ο «Πυρπολητής» αποτελεί έργο του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, με τη σχεδίαση, την ανάπτυξη και την κατασκευή του να έχουν πραγματοποιηθεί εξ ολοκλήρου από το Πολεμικό Ναυτικό.
Το στοιχείο που ξεχωρίζει τον «Πυρπολητή» από ένα συμβατικό μη επανδρωμένο σκάφος επιτήρησης είναι η δυνατότητα αξιοποίησής του σε αποστολές μονής κατεύθυνσης (One Way Attack). Σε αυτό το σενάριο, το σκάφος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο προσβολής εχθρικού στόχου, μεταφέροντας εκρηκτικό φορτίο.

Γιατί ονομάστηκε «Πυρπολητής»
Η επιλογή της ονομασίας μόνο τυχαία δεν ήταν, καθώς συνδέει το νέο ελληνικό οπλικό σύστημα με τα πυρπολικά που χρησιμοποιήθηκαν κατά την Επανάσταση του 1821. Τότε, οι Έλληνες ναυτικοί χρησιμοποιούσαν μικρά σκάφη φορτωμένα με εύφλεκτα υλικά και εκρηκτικές ύλες για να επιτίθενται στα μεγαλύτερα πολεμικά πλοία του οθωμανικού στόλου.
Για πρώτη φορά η χρήση πυρπολικού αναφέρεται στην ιστορία από τον Θουκυδίδη, κατά τη Σικελιανή εκστρατεία των Αθηναίων. Ομοίως, η δεύτερη χρήση πυρπολικού αναφέρεται στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ειδικότερα στην πολιορκία της Τύρου το 332 π.Χ.. Πάντως και στην βυζαντινή ιστορία κάνουν την εμφάνισή τους τα πυρπολικά. Το 904 μ.Χ. ο Λέων ο Τριπολίτης τα χρησιμοποίησε όταν οι υπό την ηγεσία του Άραβες προσέλαβαν τη Θεσσαλονίκη. Τρείς αιώνες αργότερα, το 1203, όταν οι Λατίνοι πολιορκούσαν την Κωνσταντινούπολη, οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να κάψουν τον ενετικό στόλο, χρησιμοποιώντας 17 παλιά πλοία. Επίσης και στη δυτική Ευρώπη τα πυρπολικά διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στους πολέμους μεταξύ Άγγλων, Ισπανών, Ολλανδών και Γάλλων, κατά τους 16ο, 17ο και 18ο αιώνες. Άλλωστε, είναι χαρακτηριστική η επιτυχημένη χρήση πυρπολικών το 1588 από τους υπερασπιστές της Αμβέρσας κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της από τον πρίγκιπα της Πάρμας, όπως αναφέρει σε παλαιότερη ανάλυσή του ο Ιωάννης Κατσαβός, αξιωματικός του ΠΝ-Συγγραφέας-Ερευνητής της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας. Η πιο γνωστή, όμως, και πιο επιτυχημένη επίθεση πυρπολικών, έγινε κατά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1768 -1774. Συγκεκριμένα, στις 5 Ιουλίου 1770, οι δύο αντίπαλοι στόλοι, συγκρούστηκαν στον απέναντι από τη Χίο κόλπο του Τσεσμέ, όπου είχε καταφύγει και αγκυροβολήσει διωκόμενος ο τουρκικός στόλος. Η μάχη ήταν άγρια και η καταστροφή του τουρκικού στόλου ήταν ολοκληρωτική. Μετά την επιτυχία αυτή πυρπολικά χρησιμοποιήθηκαν και πάλι το 1809 από τους Βρετανούς στην επίθεσή τους εναντίον του γαλλικού στόλου.
Παρόλα αυτά, στην μεγάλη τους ακμή τα μπουρλότα έφθασαν στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Και αυτό συνέβη διότι οι εξεγερμένοι δεν μπορούσαν με τα ελαφρά τους σκάφη να αντιμετωπίσουν σε κανονικές ναυμαχίες τους οθωμανικούς κολοσσούς. Άλλωστε, το Οθωμανικό Ναυτικό ήταν μία μεγάλη δύναμη, που στην δύναμή του περιελάμβανε και τον αλγερινό και τον αιγυπτιακό στόλο.

Πώς λειτουργούσε το ελληνικό πυρπολικό
Χρησιμοποιούνταν ένα σκάφος παλιό. Στο μισό κατάστρωμα και σε απόσταση 2 μέτρων μεταξύ τους είχαν 5-6 μεγάλες τετράγωνες τρύπες με πλάτος 2 πόδια, που τις λέγανε ρούμπους. Κάτω απ’ αυτές είχαν μικρά κομμάτια πεύκου μαζί με εύφλεκτα υλικά (κάρβουνο, νάφθα, κλπ.). Αυτές θα ήταν οι εστίες της φωτιάς.
Γύρω από τους ιστούς (τα κατάρτια) άνοιγαν άλλους ρούμπους και από κάτω είχαν δοχεία γεμάτα με πυρίτιδα (μπαρούτι). Κάτω από το κατάστρωμα έφτιαχναν λούκι γεμάτο με πυρίτιδα, που πέρναγε από όλες τις εστίες της φωτιάς. Με ξύλινους σωλήνες (καλάμια) γεμάτα με εύφλεκτα υλικά και πυρίτιδα, η φωτιά μεταδιδόταν σε περισσότερα σημεία. Στα πλευρά του σκάφους είχαν ανοίξει δύο μεγάλες και πιο πολλές μικρές θυρίδες για να βγαίνει η φωτιά.
Από κάτω, σε μεγάλα δοχεία έβαζαν πυρίτιδα και άλλα εύφλεκτα υλικά, με ποσότητα διαφορετική, ώστε να δίνει μεγαλύτερη ένταση στη φωτιά προς την πλώρη του σκάφους. Στην πρύμνη είχε ένα ικρίωμα (προέκταση) για τον κυβερνήτη, που θα έβαζε φωτιά. Οι ιστοί και τα σχοινιά ήταν ποτισμένα με πίσσα, τα δε πανιά με νέφτι. Για προφύλαξη του πηδαλιούχου από πυροβολισμούς, καλυπτόταν πίσω από σωρό με σχοινιά. Πίσω από το πυρπολικό ήταν η σωτηρία λέμβος, που έσερναν και την προφύλασσαν από το πυροβολικό του αντιπάλου. Οι πυρπολητές έφεραν μαζί τους όπλο (τρομπόνια).

Καλύτερα εξυπηρετούσε τη δράση των πυρπολητών, αν το πλοίο του αντιπάλου ήταν αγκυροβολημένο, αν δεν είχε άνεμο και αν ήταν νύχτα. Αν είχε αέρα, τότε έπρεπε να είναι προσήνεμος, για να παραμένει το μπουρλότο κολλημένο στο πλοίο του αντιπάλου. Βοηθούσε και η δημιουργία καπνού από τους πολλούς πυροβολισμούς, ώστε να μην φαίνεται η προσέγγιση του πυρπολικού.
Στην ευνοϊκή περίπτωση, δινόταν το σήμα ή σινιάλο των μπουρλότων, λέγοντας “με τη βοήθεια του Σταυρού, κολλήστε στην πλώρη του εχθρού”. Τότε ο κυβερνήτης του πυρπολικού πλησίαζε το μπουρλότο στις θυρίδες των κανονιών της πλώρης του εχθρικού πλοίου και με τις αρπάγες προσκολλούσαν το πυρπολικό. Αμέσως πήγαιναν στη λέμβο σωτηρίας και ο κυβερνήτης επάνω στο ικρίωμα (προέκταση) της πρύμνης του πυρπολικού, με το δαυλό έβαζε φωτιά και στη στιγμή όλο γινόταν πυροτέχνημα. Μεγάλες στήλες φωτιάς εκτοξεύονταν προς το εχθρικό πλοίο από την πυρίτιδα και τα αναμμένα κομμάτια πεύκου κι άλλα εύφλεκτα υλικά, που έπεφταν στο κατάστρωμα, στα πλευρά και στο εσωτερικό του από τις θυρίδες, μεταδίδονταν την πυρκαγιά. Ταυτόχρονα γέμιζε καπνό η περιοχή αυτή, που βοηθούσε το πλήρωμα της λέμβου των πυρπολητών να απομακρυνθεί γρήγορα.

Τα ελληνικά μπουρλότα
Ισως δεν υπάρχει σε ολόκληρη την ελληνική ναυτική ιστορία πιο θρυλικό όπλο από τα πυρπολικά του ΄21. Πώς όμως μια πρακτική, παραγκωνισμένη ουσιαστικά από τους παντοδύναμους ευρωπαϊκούς στόλους, έγινε στα χέρια των Ελλήνων ναυμάχων το κλειδί για τις εμβληματικές ναυτικές επιτυχίες του Αγώνα;
Τα πυρπολικά (γνωστά επίσης ως ηφαίστεια ή μπουρλότα) ήταν μια ναυτική πρακτική γνωστή από την αρχαιότητα. Την εποχή της κυριαρχίας των ιστιοφόρων στη θάλασσα, η χρήση τους από τους ισχυρούς πολεμικούς στόλους ήταν περιστασιακή. Η κατασκευή ήταν δαπανηρή και απαιτούσε ιδιαίτερες γνώσεις, ενώ τα πληρώματα στελεχώνονταν από βαρυποινίτες. Ωστόσο, τα ελληνικά πυρπολικά αποτέλεσαν μια «σωτήρια και ολιγοδάπανη» λύση. Κατασκευάζονταν από τεχνίτες με εμπειρικές γνώσεις και στελεχώνονταν εθελοντικά από ριψοκίνδυνους αλλά ικανούς ναυτικούς. Το κόστος της μετατροπής ήταν υπολογίσιμο, αλλά όχι απαγορευτικό, καθώς η απώλεια εν ενεργεία πλοίων και ναυτών, που ήταν σχεδόν βέβαιη σε περίπτωση κατά μέτωπο επίθεσης, ήταν πολύ περισσότερο επιζήμια.
Η χρήση των πυρπολικών το 1821 επιβλήθηκε από τις ανάγκες του αγώνα. Τα ελληνικά πλοία, εμπορικά που μετατράπηκαν σε πολεμικά, ήταν πολύ μικρότερα των οθωμανικών πλοίων γραμμής και υστερούσαν σε δύναμη πυρός. Το γεγονός επιβεβαιώθηκε στη Ερεσό της Λέσβου, τον Μάιο του 1821, όπου ο ελληνικός στόλος αδυνατούσε να προσεγγίσει ένα εχθρικό δίκροτο. Το πλοίο εξουδετερώθηκε με την πρώτη επιτυχημένη επιχείρηση πυρπολικού, από τον Ψαριανό Δημήτρη Παπανικολή. Εκτοτε τα μπουρλότα συνόδευαν πάντα τον ελληνικό στόλο και έκριναν τις θαλάσσιες αναμετρήσεις, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης. Αργότερα αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά από τον αιγυπτιακό στόλο, ο οποίος διέθετε πιο ικανά πληρώματα.
Πρωτοπόροι στην κατασκευή πυρπολικών το 1821 ήταν οι Ψαριανοί, που διατηρούσαν ζωντανές τις μνήμες από την καταστροφή του οθωμανικού στόλου στη ναυμαχία του Τσεσμέ (1770) από ρωσικά πυρπολικά, όπως αναφέρει σε παλαιότερη παρουσίασή της, η Γενική Επιμελήτρια Συλλόγων Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, Νατάσα Καστρίτη.
Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας στη Χίο
Ο στολίσκος των πυρπολητών ξεκίνησε από τα Ψαρά, την 1η Ιουνίου, με κατεύθυνση το στενό της Χίου όπου ήταν αγκυροβολημένος ο στόχος του. Την νύχτα της 6ης προς 7η Ιουνίου έχοντας ούριο άνεμο πλησίασαν τον τουρκικό στόλο. Εκτός από την ασέληνη νύχτα, ευνοϊκές συνθήκες για την επίθεση έδινε και η γιορτή του Μπαϊραμιού στην οποία θα υπήρχε μεγάλη συμμετοχή των Τούρκων και εορταστικός φωτισμός των πλοίων.
Ο Πιπίνος πλησίασε την αντιναυαρχίδα και πυροδότησε το πυρπολικό χωρίς το πλήρωμά του να έχει στερεώσει καλά το μπουρλότο, ενώ το πλήρωμα του τουρκικού πλοίου αντιλήφθηκε τον κίνδυνο και απομάκρυνε το πυρπολικό. Το μπουρλότο του Κανάρη όμως, του οποίου ο πηδαλιούχος, Ιωάννης Θεοφιλόπουλος, εκτέλεσε άριστους ελιγμούς, κόλλησε γερά στη ναυαρχίδα, στην πλευρά που φυσούσε ο άνεμος. Σε λίγα λεπτά η φωτιά μεταδόθηκε σε όλο το πλοίο με αποτέλεσμα να αρχίσουν να εκπυρσοκροτούν τα 84 κανόνια του με καταστροφικά αποτελέσματα και ελάχιστους διασωθέντες από το πλήρωμα των 2.000 ανδρών. Ο Καρά Αλή, στην προσπάθειά του να ξεφύγει, πληγώθηκε θανάσιμα από φλεγόμενο κατάρτι ενώ ο Κανάρης και οι σύντροφοί κατάφεραν να επιβιβαστούν στα πλοία που τους περίμεναν και να διαφύγουν. Στα Ψαρά, τους περίμεναν στην παραλία ο λαός και ο κλήρος και τους συνόδευσαν στον ναό του Αγίου Νικολάου όπου τελέστηκε δοξολογία.

