3 νεκροί κι ένας «αναστημένος»

Πριν τον Τζαμάλ Κασόγκι – Δημοσιογράφοι που δολοφονήθηκαν από «δικτατορίες»

27/10/18 • 00:30 | UPD 27/10/18 • 18:44

Την ώρα που η εμπιστοσύνη του κοινού προς την ελληνική δημοσιογραφία βρίσκεται στα τάρταρα και υπολείπεται ακόμα και της Βορείου Κορέας, υπάρχουν άνθρωποι που αποτιμούν το επάγγελμα του δημοσιογράφου με αξιοπρέπεια, αίσθημα ευθύνης απέναντι στον αναγνώστη και κυρίως μια μεγάλη αγάπη για την έρευνα.

Γράφει ο Στέργιος Πουλερές

Στο ελληνικό πεδίο κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο, όχι μόνο γιατί υπάρχουν περαστικοί δημοσιογράφοι από το χώρο. Το ET Magazine στο EleftherosTypos.gr κάνει την έρευνα.

Αλλά γιατί οι άνθρωποι που κατείχαν τα κεφάλαια και τα μέσα στήριξης ενός ρεπόρτερ και γνώριζαν τι σημαίνει δημοσιογραφία, αποχώρησαν ή πέθαναν. Και στη θέση τους ορθώθηκαν τύποι που δεν τους νοιάζει τίποτα περισσότερο από τους αριθμούς. Η δημοσιογραφία που αλλάζει τον κόσμο προς το καλύτερο θέλει πολύ μεγάλη αναζήτηση στα καθ΄ημάς. Αντίθετα, στο εξωτερικό υπάρχουν οργανισμοί που στηρίζουν ανθρώπους για να το πετύχουν αυτό.

Ο Τζαμάλ Κασόγκι ήταν ένας τέτοιος άνθρωπος. Η Washington Post του παρείχε τη δυνατότητα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο να βγάζει τα προς το ζην και να αφοσιωθεί απρόσκοπτα στην προσπάθεια του να πάψει το καθεστώς του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Πριν από 3 βδομάδες όμως του αφαιρέθηκε η ζωή με τον πιο βάναυσο τρόπο. Η περίπτωση του έφερε ξανά στο προσκήνιο τις περιπτώσεις εκείνων των ρεπόρτερ που ύψωσαν τη φωνή τους απέναντι σε συγκεκαλυμμένες δικτατορίες.

Ανέδειξε επίσης και το ζόρικο του εγχειρήματος οι δημοσιογράφοι να ψαχουλεύουν σε μέρη που ενοχλούν. Στις αρχές Αυγούστου τρεις Ρώσοι δημοσιογράφοι βρέθηκαν δολοφονημένοι στην Κεντρική Αφρική, ύστερα από έρευνα που έκαναν για μισθοφόρους της κυβέρνησης Πούτιν που βρίσκονταν εκεί. Ένας δημοσιογράφος και δύο φωτορεπόρτερ είχαν δολοφονηθεί πριν μερικούς μήνες στα σύνορα Κολομβίας-Εκουαδόρ γιατί μπλέχτηκαν στις υποθέσεις των μεγάλων καρτέλ ναρκωτικών.

Τα τείχη τρόμου, βασανισμών και θανάτου που ορθώνονται μπροστά στην αναζήτηση της αλήθειας μπορούν να σπάσουν τον καθένα μας. Ο Τζαμάλ Κασόγκι όμως και αρκετοί πριν απ΄αυτόν δεν έσπασαν. Ναι, πέθαναν. Αλλά η ηχώ του θανάτου τους ήταν τόσο δυνατή που τρόμαξε μέχρι και τους δολοφόνους τους.

Άννα Πολιτκόφσκαγια

Είναι η πιο διάσημη περίπτωση. Η Πολιτκόφσκαγια δαπάνησε αρκετά χρόνια από τη ζωή της ερευνώντας τις παρανομίες του ρωσικού κράτους, ιδίως στην περιοχή της Τσετσενίας. Η στήριξη που της παρείχε η εφημερίδα της, η Novaya Gazzetta ήταν παροιμιώδης.

Όταν είχε πια συγκεντρώσει αρκετά στοιχεία, έγραψε το βιβλίο της όπου έκανε λόγο για μετατροπή της χώρας σε αστυνομοκρατία. Σε συνεντεύξεις της κατηγορούσε τον Πούτιν και το Κρεμλίνο για πρακτικές που καταπατούν τα δικαιώματα των ανθρώπων και αντιβαίνουν στο διεθνές δίκαιο.

Όσο περισσότερο μιλούσε, τόσο περισσότερο ενοχλούσε. Ο θάνατος της ήρθε στις 7 Οκτωβρίου του 2006 και μάλιστα μέσα στο ασανσέρ της πολυκατοικίας που διέμενε. Πριν φτάσουμε σε αυτό το σημείο, η Πολιτκόφσκαγια είχε επιβιώσει από πολλές προσπάθειες δολοφονίας της. Οι απειλές έδιναν κι έπαιρναν. Μία απ΄αυτές από μυστικούς πράκτορες της KGB που την απειλούσαν με απέλαση και εξορία. Μετά ήρθε η φυλάκιση ως πρώτη προειδοποίηση. Ύστερα η δηλητηρίαση.

Η Άννα επιβίωσε απ΄αυτά και πίστευε ότι βρισκόταν κοντά στην επικράτηση. Εν τέλει βρέθηκε δολοφονημένη στο διαμέρισμά της, όπου μετέφερε ο δολοφόνος το άψυχο σώμα της. Η υπόθεση της δεν εξιχνιάστηκε ποτέ πλήρως και φτάσαμε ως το 2014 για να τιμωρηθεί οριστικά ο φερόμενος ως ηθικός αυτουργός, με τους φυσικούς αυτουργούς να έχουν τιμωρηθεί 5 χρόνια πριν. Ο Παβλιουτσένκοφ βέβαια δεν ήταν ο mastermind. Ήταν απλά το εξιλαστήριο θύμα.

Νατάλια Εστεμίροβα

Άλλη μια περίπτωση που σχετίζεται με την Τσετσενία. Η Εστεμίροβα δολοφονήθηκε το 2009, ούσα ουσιαστικά η συνεχιστής του έργου της Πολιτκόφσκαγια. Η Εστεμίροβα, παιδί μάνας από τη Ρωσία και πατέρα από την Τσετσενία, αρθρογραφούσε στην πατρίδα του πατέρα της.

Η Νατάλια ή Νατάσα, όπως την αποκαλούσαν οι φίλοι της, ήταν δημοσιογράφος και ακτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τα άρθρα της περιελάμβαναν ιστορίες ανθρώπων που κατήγγειλαν το τσετσενικό κράτος του Καντίροφ για απαγωγές συγγενών τους. Η Εστεμίροβα δεν δίσταζε να δημοσιοποιεί όσα μάθαινε για τις παραβάσεις του κράτους.

Το αρχικό πλάνο των θυτών της ίσως να μην ήταν η δολοφονία της. Τουλάχιστον όχι τόσο γρήγορα. Γυρνώντας ένα απόγευμα από τη δουλειά και κατευθυνόμενη στο σπίτι της στο Γκρόζνι, η Εστεμίροβα είδε 4 άντρες με όπλα να την σέρνουν σε ένα λευκό βανάκι και να την απαγάγουν. Το όχημα κατευθυνόταν προς την Οσετία, όμως στη διαδρομή υπήρχαν Μουσουλμάνοι τρομοκράτες που επιτίθεντο στα διερχόμενα οχήματα. Αυτό ανάγκασε τους δράστες να αυτοσχεδιάσουν.

Την έβγαλαν γρήγορα από το βανάκι, την οδήγησαν μέσα στο κρύο στο δάσος κι εκεί την πυροβόλησαν αρκετές φορές. Η Εστεμίροβα ήταν νεκρή και μια βδομάδα αργότερα θάφτηκε δίπλα στον τάφο του πατέρα της. Οι δολοφόνοι της δεν βρέθηκαν ποτέ. Η συνάντηση της με τον Καντίροφ μερικές βδομάδες πριν τη δολοφονία, όπου της εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του γι΄αυτά που δημοσιεύει, ίσως δείχνει μια κατεύθυνση…

Στάνισλαβ Μάρκελοφ & Αναστασία Μπαμπούροβα

Το τριπλό χτύπημα στη Novaya Gazzetta ολοκληρώθηκε με την Εστεμίροβα και είχε αρχίσει με την Πολιτκόφσκαγια. Υπήρχε όμως και ενδιάμεσος νεκρός. Δύο για την ακρίβεια.

Ο Στας Μάρκελοφ ήταν ακτιβιστής και δικηγόρος δημοσιογράφων. Ναι, ήταν και της Άννα και της Εστεμίροβα. Όπως και της Μπαμπούροβα. Ήταν επίσης δικηγόρος Τσετσένων και είχε εκπροσωπήσει αρκετούς σε δίκες κατά του ρωσικού στρατού. Και με το «εκπροσωπήσει» εννοούσε ότι εκπροσωπούσε τους συγγενείς τους, αφού οι «ενάγοντες» ήταν νεκροί.

Ο θάνατος του ήρθε χωρίς πολλά πολλά. Καθώς περιφερόταν στο Κρεμλίνο στις 19 Ιανουαρίου του 2009, τον πλησίασε ένας μασκοφόρος και τον πυροβόλησε εν ψυχρώ. Ο λόγος που μπαίνει στη λίστα με τους δημοσιογράφους είναι γιατί μαζί του πέθανε και η Μπαμπούροβα. Η Αναστασία, ρεπόρτερ της Novaya, γνώριζε ότι κινδύνευε η ζωή του και είχε σπεύσει να τον βοηθήσει. Εμφανίστηκε τη στιγμή που είχε φάει τις σφαίρες και ο δολοφόνος σημάδεψε κι εκείνη.

Σε θέση κατηγορουμένων και τελικά καταδικασμένων βρέθηκαν δύο νεο-Ναζί, αλλά ακόμα και σήμερα αιωρείται το σενάριο να αποτέλεσαν θύματα του Πούτιν.

Ο επιβήτορας Αρκάντι Μπαμπτσένκο

Ο Μπαμπτσένκο μπορεί να περηφανεύεται ότι είναι από τους λίγους που γλύτωσαν τον θάνατο από τα πρωτοπαλίκαρα του Βλαδίμηρου.

Η ιστορία του Αρκάντι Μπαμπτσένκο ξεκινάει το 2017. Τότε άρχισε να αναρτά μερικά στάτους στο Facebook που δεν περιποιούσαν ιδιαίτερη τιμή στον Πρόεδρο Βλάντιμιρ Πούτιν και το σύστημα που έχει στήσει είκοσι χρόνια τώρα. Στα λεγόμενα του μιλούσε για μια συνωμοσία του Πούτιν σχετικά με ένα αεροπλάνο που χάθηκε στη Μαύρη Θάλασσα, καθώς μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια στη Συρία.
Νωρίτερα, το 2014, είχε καταφερθεί κατά της εμπλοκής της Ρωσίας στην Κριμαία.

Ήταν σαφές ότι κάθε του λέξη θα αποτελούσε μια εύκολη πρόφαση για το ρωσικό παρακράτος να τον βάλει στο στόχαστρο. Γι΄αυτό έφυγε από τη χώρα και πήγε στην Ουκρανία. Ήξερε ότι κι εκεί δεν είναι τρομερά μακριά ή ιδιαίτερα ασφαλές μέρος, αλλά μέχρι εκεί τον έφταναν τα λεφτά του και το ότι δε γνώριζε άλλη γλώσσα παρά κάτι ελάχιστα αγγλικά.

Στην Ουκρανία κατάφερε να εργαστεί για διάφορα έντυπα και μέσα απ΄αυτά να διατηρεί την ένταση της γραπτής του «φωνής». Μέχρι τον περασμένο Απρίλιο φαινόταν πως θα μπορεί να κάνει τη δουλειά του κανονικά. Ήταν ένα βράδυ που ένας φίλος του τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε να πάει γρήγορα στο σπίτι του. Εκεί θα ερχόταν αντιμέτωπος με τον φίλο του και τις ουκρανικές μυστικές υπηρεσίες που είχαν ανακαλύψει ότι υπήρχε φιρμάνι για να σκοτώσουν τον Μπαμπτσένκο.

Όλες οι ενδείξεις οδηγούσαν σε μια υπόθεση οργανωμένη από τη Ρωσία, με στόχο ο Αρκάντι Μπαμπτσένκο να πάψει μια για πάντα. Στην αρχή ο Αρκάντι είχε σε κοντινή του απόσταση πράκτορες που παρακολουθούσαν όποιον τον πλησίαζε. Παράλληλα, έκαναν έρευνα στις κλήσεις που δεχόταν, αλλά και σε ανθρώπους που ήταν γνωστοί στην πιάτσα για βρωμοδουλειές. Ένας τέτοιος είχε πάρει εντολή από τη Ρωσία για να βρει έναν πληρωμένο δολοφόνο και να του αναθέσει τη δολοφονία του δημοσιογράφου.

30.000 δολάρια ήταν η αμοιβή και δεν δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα να βρει. Όλα τα παζλ του εχθρού είχαν μπει στη θέση τους και πλέον απέμενε το τελικό χτύπημα που θα σκότωνε τον Μπαμπτσένκο. Το να είσαι ο στόχος κάποιου σε βάζει σε θέση άμυνας. Και όταν αμύνεσαι το ξάφνιασμα είναι πάντα μέσα στο παιχνίδι. Άρα και η ήττα.

Ακολουθώντας το γνωστό ρητό ότι για να τελειώσεις έναν πόλεμο όσο πιο γρήγορα γίνεται, τότε πρέπει να τον χάσεις, ο Μπαμπτσένκο και οι μυστικές υπηρεσίες πήραν την απόφαση να σκηνοθετήσουν τον θάνατό του. Έτσι θα αφόπλιζαν τους ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς, θα τους ανάγκαζαν να προδοθούν από σπασμωδικές κινήσεις και θα τους έπιαναν.

Λίγο πριν προχωρήσουν σε αυτή την ύστατη λύση, βρήκαν τον ενδιάμεσο κρίκο. Αυτόν που πήρε εντολή από τη Ρωσία και βρήκε τον άνθρωπο που θα έκανε τη δουλειά. Εκείνος προτίμησε να γίνει διπλός χαφιές και το έπαιξε πληροφοριοδότης για την SBU.

Το βράδυ της 29ης Μαΐου, ο Αρκάντι Μπαμπτσένκο βρέθηκε να κείτεται σε μια μικρή λίμνη από αίμα. Αίμα που έτρεχε κι από το στόμα του. Είχε κάνει σκληρή εξάσκηση για να δείχνει πιστευτή η σκηνή. Του είχαν βάλει στο στόμα αίμα γουρουνιού, του εξήγησαν ειδικοί πώς γίνονται οι σπασμοί σε έναν άνθρωπο που έχει χτυπηθεί θανάσιμα κι εκείνος ερμήνευσε σωστά τον ρόλο του.

Πολύ γρήγορα όλα τα μέσα είχαν ρεπορτάζ με τη φωτογραφία του Μπαμπτσένκο και οι επίδοξοι δολοφόνοι πίστεψαν ότι η δουλειά είχε γίνει. Το «άψυχο» σώμα του τυλίχτηκε και μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο. Μόλις έκλεισαν οι πόρτες, τότε ο Αρκάντι, περιτριγυρισμένος από μέλη της SBU, «αναστήθηκε», άναψε ένα τσιγάρο, πήρε ένα ποτήρι τσάι και άνοιξε την τηλεόραση για να δει τι θα πουν για εκείνον.

Έμεινε εκεί όλο το βράδυ. Την επόμενη μέρα η SBU είχε ανακοινώσει συνέντευξη τύπου όπου θα ανακοίνωνε κάτι πολύ σημαντικό. Η ανακοίνωση δεν ήταν λόγια, αλλά η εμφάνιση του Μπαμπτσένκο που σόκαρε τους πάντες. Μετά ήρθαν οι εξηγήσεις. Εκ του αποτελέσματος η επιχείρηση ήταν απόλυτα πετυχημένη, μιας και είχαν συλλάβει τελικά τον μεσάζοντα και είχαν τις αποδείξεις που ήθελαν στα χέρια τους.