«Οι επιζήσαντες των Άνδεων»: Όταν το ένστικτο της επιβίωσης ξεπέρασε τα όρια της ανθρώπινης φύσης

13/10/18 • 00:00 | UPD 13/10/18 • 19:35

Μια τέτοια μέρα, 13 Οκτωβρίου, 46 χρόνια πριν ήταν η απαρχή της ιστορίας μιας ουρουγουανής ομάδας ράγκμπι που έμελλε να σημαδέψει ανεξίτηλα την ιστορία όχι μόνο του αθλητισμού, αλλά και της σύγχρονης ανθρωπότητας.

Γράφει ο Δημήτρης Κατσάκος

Ο λόγος για τους «Επιζήσαντες των Άνδεων» που το 1972, όταν επιβιβάζονταν ένα δικινητήριο ελικοφόρο αεροσκάφος τύπου Fairchild Hiller FH-227D της Πολεμικής Αεροπορίας της Ουρουγουάης δεν διανοούνταν ότι κάποιο από αυτούς θα αναγκάζονταν πολύ σύντομα να δοκιμάσουν τα όρια του ανθρώπινου πολιτισμού κάτω από το ένστικτο της επιβίωσης.

Σήμερα, 46 χρόνια μετά, το ΕΤ Magazine του EleftherosTypos.gr θυμάται την συγκλονιστική ιστορία τους και σας την διηγείται.

Ήταν Παρασκευή και 13, όταν το αεροσκάφος της Ουρουγουανής ομάδας ράγκμπι απογειώθηκε από τη Μεντόζα, την τελευταία πόλη της Αργεντινής πριν από τις Άνδεις. Προορισμός του ήταν το Σαντιάγο της Χιλής, αλλά για να φτάσει έπρεπε να διασχίσει την οροσειρά….

Το αεροσκάφος μετέφερε τους αθλητές της ομάδας ράγκμπι «Old Christians», οι οποίοι επρόκειτο να αγωνιστούν εναντίον της χιλιανής ομάδας «Old Boys» στο Σαντιάγο της Χιλής. Οι αγώνες διεξάγονται στο πλαίσιο του λατινοαμερικάνικου τουρνουά ράγκμπι για το Copa de la Amistad, γνωστό και ως «Κύπελλο Φιλίας»….

Κατά τη διάρκεια της πτήσης, ο καιρός επιδεινώθηκε κι έτσι ο έμπειρος κυβερνήτης του αεροπλάνου, σμήναρχος Χούλιο Σέζαρ Φεράδας, επέλεξε να προσγειωθεί στην πόλη της Αργεντινής Μεντόσα, στους πρόποδες των Άνδεων, όπου οι επιβάτες και το πλήρωμα διανυκτέρευσαν. Την επομένη, οι καιρικές συνθήκες δεν είχαν βελτιωθεί, αλλά ο πιλότος ενέδωσε στις πιέσεις των επιβατών και αποφάσισε να απογειωθεί για το Σαντιάγο, αφού πήρε το πράσινο φως από τον πύργο ελέγχου.

Στη διαδρομή το αεροσκάφος αντιμετώπισε έντονες αναταράξεις, τις οποίες οι 40 επιβάτες αντιμετώπισαν με χαμόγελα και χωρίς φόβο. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν 19 ή 20 ετών και για πολλούς ήταν το πρώτο τους ταξίδι με αεροπλάνο.

Ωστόσο, πάνω από τη Χιλή το αεροπλάνο αντιμετώπισε πρόβλημα, έχασε ύψος, προσέκρουσε σε μία κορυφή των Άνδεων, έχασε τμήμα της ουράς του και συνετρίβη στο χιόνι. Δώδεκα από τους επιβαίνοντες σκοτώθηκαν ακαριαία, ενώ πέντε ακόμα υπέκυψαν στα τραύματά τους την πρώτη νύχτα.

Οι επιζώντες είχαν στη διάθεσή τους ελάχιστες ποσότητες τροφής: μερικές σοκολάτες, διάφορα σνακ και μπουκάλια κρασί. Τις ημέρες που ακολούθησαν χώρισαν το φαγητό σε μερίδες και έλιωναν το χιόνι για να εξασφαλίσουν νερό. Στο βουνό, δεν υπήρχαν ζώα ή βλάστηση. Βλέποντας το φαγητό τους να λιγοστεύει οι επιζήσαντες σκέφτηκαν κάτι ανατριχιαστικό: να τραφούν από τη σάρκα των σωμάτων των νεκρών συνεπιβατών τους.

Στο βιβλίο του «Miracle in the Andes: 72 Days on the Mountain and My Long Trek Home», ο Nando Parrado αναφορικά με την εν λόγω απόφαση γράφει:

«Σε μεγάλο υψόμετρο, οι θερμιδικές ανάγκες του οργανισμού είναι τεράστιες….. Λιμοκτονούσαμε…. Προσπαθήσαμε να φάμε λωρίδες από δέρμα από τις σκισμένες αποσκευές. Ανοίξαμε τα μαξιλάρια των καθισμάτων ελπίζοντας να βρούμε άχυρο…. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο εδώ εκτός από πάγο, αλουμίνιο, πλαστικό και βράχους. Όλοι οι επιβάτες ήταν Ρωμαιοκαθολικοί…. Κάποιοι συσχέτιζαν τον κανιβαλισμό με το τελετουργικό της Θείας Κοινωνίας. Άλλοι ήταν επιφυλακτικοί αρχικά. Συνειδητοποιώντας ότι ήταν ο μόνος τρόπος για να παραμείνουν ζωντανοί, σύντομα άλλαξαν γνώμη».

Στις 21 Οκτωβρίου ένας από τους διασωθέντες πέθανε και στις 29 Οκτωβρίου μία χιονοστιβάδα αποτελείωσε άλλους οκτώ. Μέχρι τις 11 Δεκεμβρίου ακόμη τρεις είχαν χάσει τη ζωή τους.

Η διάσωση

Στις 12 Δεκεμβρίου, δύο από τους επιζήσαντες, ο Νάντο Παράδο και ο Ρομπέρτο Κανέσα, αποφάσισαν να ξεκινήσουν μία απέλπιδα πορεία προς το άγνωστο. Μετά από δεκαήμερη πεζοπορία, για καλή τους τύχη βρέθηκε στο δρόμο τους ένας ορεσίβιος μεταφορέας, ονόματι Σέρχιο Καταλάν, ο οποίος τους περιέθαλψε και ειδοποίησε τις αρχές, οι οποίες είχαν διακόψει τις έρευνες. Μέχρι 23 Δεκεμβρίου 1972 και οι υπόλοιποι 14 διασωθέντες του αεροπορικού δυστυχήματος είχαν μεταφερθεί σώοι και ασφαλείς στο Μοντεβιδέο.

Τα μέσα ενημέρωσης επέλεξαν να εστιάσουν όχι στη δύναμη και το κουράγιο των επιζώντων, αλλά στην ανθρωποφαγία. Η καθολική εκκλησία δήλωσε επισήμως ότι η ανθρωποφαγία των συγκεκριμένων ανθρώπων δεν ήταν αμαρτία. Οι συγγενείς των νεκρών συγχώρεσαν τους επιζώντες, λέγοντας ότι ήταν ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης.

Η ιστορία των Ουρουγουανών αθλητών μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 1993, στην ταινία «Οι Επιζήσαντες»…