Από το ET Magazine

Οι μεγάλες διαδηλώσεις στην Αθήνα κατά της Γερμανικής κατοχής

21/07/18 • 00:30 |

Newsroom eleftherostypos.gr

Ήταν 22 Ιουλίου του 1943  όταν στην Αθήνα λάμβανε χώρα μια από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις που έχει γίνει ποτέ στην Ελλάδα και μάλιστα «έχοντας την μπότα του κατακτητή στο κεφάλι».  Εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου κατέβηκαν στους δρόμους φωνάζοντας «Όχι στην Επέκταση» και «Έξω οι Βούλγαροι φασίστες από τη Μακεδονία και τη Θράκη». Ενωμένοι, χωρίς φόβο. Για την πατρίδα. 

Επιμέλεια Ανδρέας Ντίνης 

Στο νέο τεύχος του ΕΤ Magazine του EleftherosTypos.gr  θα θυμηθούμε πώς ο Ελληνικός λαός διαδήλωσε κάτω από τον Γερμανικό ζυγό κατά μιας άδικης απόφασης (πρόκειται για την επέκταση  βουλγαρικής κατοχής στη Μακεδονία) και πώς οι Γερμανοί κατακτητές αναγκάστηκαν να αναστείλουν την υλοποίηση των αποφάσεων τους, αλλά και για ακόμα μια μαζική διαδήλωση που έγινε λίγους μήνες πριν και αφορούσε την πολιτική επιστράτευση των Ελλήνων από τους Γερμανούς. Θα δούμε την μεγαλειώδη άρνηση του Ελληνικού έθνους να υποκύψει στον κατακτητή του κάτι που ήταν ένα ανεπανάληπτο γεγονός σε όλη την Ευρώπη.

Όλα ξεκίνησαν στις  14 Ιουλίου 1943 όταν οι εφημερίδες δημοσίευσαν γερμανική ανακοίνωση που ανέφερε:

Δια στρατιωτικούς λόγους, οφειλομένους εις την γενικήν πολεμικήν κατάστασιν και εξαιτίας της πληγής των ανταρτών, κατέστη αναγκαία η ενίσχυσις των στρατευμάτων κατοχής εν Ελλάδι. Εν τω πλαισίω των μέτρων τούτων, την από στρατιωτικής απόψεως ασφάλειαν εις την περιοχήν ανατολικώς του ποταμού Αξιού – πλην της πόλεως Θεσσαλονίκης – ανέλαβον βουλγαρικά στρατεύματα. Η διοίκησις και εις τα υπό των βουλγαρικών στρατευμάτων μέλλοντα να καταληφθούν τμήματα της χώρας, ευρίσκεται εις χείρας Γερμανικών διοικητικών υπαλλήλων και της Γερμανικής Αστυνομίας. Ουδαμώς αποσιωπούνται οιαιδήποτε μεταβολαί εις τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος και εις την οικονομίαν της χώρας. Ιδία εξακολουθούν να ισχύουν οι ελληνικοί νόμοι και αι ελληνικαί διατάξεις, καθώς και τα διοικητικά μέτρα της ελληνικής κυβερνήσεως.
Η συγκεκριμένη απόφαση των Γερμανικών κατοχικών δυνάμεων της Ελλάδας πάρθηκε καθώς το αντάρτικο, είχε φουντώσει στην Ελλάδα και υποχρέωνε τους Γερμανούς να απασχολούν περισσότερα στρατεύματα για την αντιμετώπισή του. Έτσι λοιπόν υποχρεώθηκαν να αναθέσουν τα ελαφρύτερα καθήκοντα των κατοχικών δυνάμεων στην περιοχή ανατολικά του Αξιού ποταμού (εκτός από τη Θεσσαλονίκη) στους Βούλγαρους που ήταν και  σύμμαχοι τους συμμάχους τους.

Η απόφαση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής προκάλεσε κύμα αγανάκτησης σε όλη τη χώρα. Μαχητικές διαδηλώσεις διοργανώθηκαν σε πολλές πόλεις,  με τις διαδηλώσεις να κορυφώνονται στις 22 Ιουλίου στην Αθήνα. Χιλιάδες πολίτες (υπολογίζονται από 200-500.000)  αψήφησαν τον φόβο και διαδήλωσαν για να μην παραχωρηθεί η Μακεδονία και η Θράκη στους Βούλγαρους..

Από τα σημεία συγκέντρωσης (Μοναστηράκι, Πλατεία Λαυρίου, Ομόνοια κ.α.), το ανθρώπινο ποτάμι κινήθηκε προς το κέντρο, κρατώντας ελληνικές σημαίες και φωνάζοντας συνθήματα, όπως «Όχι στην Επέκταση» και «Έξω οι Βούλγαροι φασίστες από τη Μακεδονία και τη Θράκη». Τα κατοχικά θωρακισμένα οχήματα προσπάθησαν να διαλύσουν τους διαδηλωτές. Οι συγκρούσεις δεν άργησαν να γενικευτούν.

Στη διασταύρωση των οδών Πανεπιστημίου και Ομήρου μία 17χρονη Επονίτισσα, η Παναγιώτα Σταθοπούλου, προσπάθησε με το σώμα της να ακινητοποιήσει ένα άρμα. Ένας Γερμανός, μέλος του πληρώματος, την πυροβόλησε και τη σκότωσε. Την ίδια στιγμή, η 19χρονη φοιτήτρια της Γαλλικής Ακαδημίας, Κούλα Λίλη επιτέθηκε στον οδηγό του άρματος με το τακούνι του παπουτσιού της, αλλά έπεσε κι αυτή νεκρή από τα πυρά του πληρώματος. Συνολικά, την ημέρα εκείνη 30 διαδηλωτές έχασαν τη ζωή τους, 300 τραυματίστηκαν και 500 συνελήφθησαν. Πολλοί από τους συλληφθέντες οδηγήθηκαν σε στρατοδικεία και καταδικάσθηκαν σε βαριές ποινές.

Μπροστά στην αποφασιστικότητα του ελληνικού λαού, οι Γερμανοί κατακτητές αναγκάστηκαν να αναστείλουν την υλοποίηση των αποφάσεων τους.

Η πρώτη φορά που έκαναν «πίσω» οι Γερμανοί

Αυτή όπως είπαμε και στην αρχή είναι η δεύτερη μαζικότερη διαδήλωση που έγινε κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα καθώς στις 23 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους (1943) δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Γερμανικά Νέα» η διαταγή του στρατηγού Σπάιντελ για την πολιτική επιστράτευση των Ελλήνων.

Οι κατοχικές δυνάμει σκόπευαν να στείλουν κόσμο στη Γερμανία και ανά τη Μεσόγειο για να δουλέψει σε καταναγκαστικά έργα. Το ίδιο βράδυ ο κατοχικός πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος και ο υπουργός Εργασίας Νικόλαος Καλύβας (παλιός συνδικαλιστής και σοσιαλιστής, που εκτελέστηκε στις αρχές του 1944 από την ΟΠΛΑ), έσπευσαν να δημοσιεύσουν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σχετικό διάταγμα με τίτλο «Περί υποχρεωτικής εργασίας του αστικού πληθυσμού της Ελλάδος».

Η αντίδραση των Ελλήνων υπήρξε ακαριαία. Την επόμενη μέρα (24 Φεβρουαρίου) χιλιάδες άνθρωποι ξεχύνονται στους δρόμους της Αθήνας για να βροντοφωνάξουν «Κάτω η επιστράτευση» και να ψάλλουν τον Εθνικό Ύμνο. Μία ομάδα διασπά τον αστυνομικό κλοιό και καταστρέφει το γραφείο του κατοχικού πρωθυπουργού Λογοθετόπουλου στη Βουλή. Μία άλλη, αφού υπερφαλαγγίζει τους ιταλούς καραμπινιέρους, πυρπολεί το Υπουργείο Εργασίας (Μπουμπουλίνας και Τοσίτσα γωνία), όπου είχε γίνει ο προπαρασκευαστικός σχεδιασμός για την επιστράτευση. Κατά τις συγκρούσεις, τρεις διαδηλωτές σκοτώνονται και τριάντα τραυματίζονται σοβαρά.

Ο Δημήτρης Ψαθάς στο βιβλίο του «ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ» αφηγείται τα γεγονότα της 5ης Μαρτίου: 

“Και φτάνει η μέρα. Ξεσπάει η απεργία Τράπεζες, δημόσια γραφεία, ταχυδρομεία, τηλεγραφεία, μαγαζιά -όλα κλειστά. Τρίζει τα δόντια η ψευτοκυβέρνηση. Οι απεργοί θα παταχθούν! Κι όταν ο Γκοτζαμάνης στρώνεται να γράψει το διάταγμα της απόλυσης των απεργών, δεν βρίσκει μια δακτυλογράφο να το δακτυλογραφήσει!

Τα εργοστάσια σταματημένα. Κι όλες οι επιχειρήσεις. Η κίνηση της πόλης έχει νεκρωθεί. Πλημμυρίζει η πόλη με παράνομο Τύπο. Μπρος λαέ της Αθήνας! Μπρος αδούλωτη Ελλάδα! Μπρος για τη μάχη των μαχών! Κι ας περιμένουν στους δρόμος έτοιμα τα ντουφέκια. Τα μάθαμε αυτά. Άλλο από το να σκοτώνουν δεν μπορούν.(…)

Στην οδό Πραξιτέλους γίνεται κακό. Οι Ιταλοί σκορπίζουνε το πλήθος. Σηκώνουν τα όπλα, βαράνε κοντακιές, ρίχνουν. Μια κοπέλα ορθώνεται μπροστά τους: -Πίσω, παλιόσκυλα!Ένας Ιταλός τη σημαδεύει. Βροντά το όπλο, σωριάζεται η κοπέλα. Φεύγουν άλλοι, χυμάνε να πάρουν το κορμί. Σε λίγο ο κόσμος που περνά βλέπει στον τόπο που έπεσε η κοπέλα και δακρύζει. Γύρω – τριγύρω στα αίματα έχουν βάλει πέτρες. Τάφος συμβολικός. Όλη μέρα περνάει πλήθος και ρίχνει λουλούδια. Γλυκοχαράζει η άνοιξη στη γη της Αττικής. Κι εκεί, στην οδό Πραξιτέλους, πάνω στην άσφαλτο που βάφηκε με το αίμα ενός κοριτσιού, στέλνει τριαντάφυλλα, γαρούφαλα και πασχαλιές. Ένας σωρός από λουλούδια.

Αλλού μάχες σωστές. Κοντά εκατό χιλιάδες τραβούν προς το πολιτικό γραφείο. Φωτιά σκορπίζουν οι Γερμανοί κι οι Ιταλοί. Μηχανοκίνητα βογγούν. Χειροβομβίδες σκάνε. Πέφτουν οι λαβωμένοι, οι νεκροί. Τους αρπάζουν οι διαδηλωτές και φεύγουν μην πέσουν στα χέρια του κατακτητή. Πρόθυμα ανοίγουν τις πόρτες τους τα σπίτια για να δεχτούν τα θύματα. Γιατροί, νοσοκόμοι, τραυματιοφορείς βοηθάνε. Κι ο κόσμος που βρίσκεται μπροστά στις μπούκες των όπλων σκορπίζει, αλλά δεν εννοεί να διαλυθεί.

Στο υπουργείο Εργασίας! Άλλο κακό εκεί. Στις 11.30΄ είναι μαζεμένοι κοντά πενήντα χιλιάδες διαδηλωτές γύρω – τριγύρω χωμένοι στις παρόδους. Τραγουδάνε τον Εθνικό Ύμνο και χυμάνε με πέτρες και με ξύλα. Σπάζουν τις πόρτες και τα παράθυρα. Κατακίτρινος ο υπουργός Καλύβας ακούει την οχλοβοή ανάμεσα στους καραμπινιέρους που τον φρουρούνε. Φτάνει ενίσχυση της δύναμης. Αστυνομία ελληνική, Ιταλιάνοι, Γκεστάπο. -Πίσω! Διαλυθείτε!- Μπρος, παιδιά! Απάνω τους!-Θα σας σκοτώσουμε! Σκοτώστε μας! Αρχίζει το πολυβόλο. Σκάει η χειροβομβίδα. Και τότε γίνεται τούτο τ’ απίστευτο. Γυναίκες, άντρες και παιδιά ορμούν με πέτρες και με ξύλα πάνω στην ένοπλη δύναμη που ρίχνει. Λαβώνονται πολλοί. Κι άλλοι κουβαλάνε πέτρες στα μαντίλια, άλλοι ξεριζώνουν τις πλάκες απ’ τα πεζοδρόμια. Μάχη πρωτάκουστη. Τους κυνηγάνε εδώ, φυτρώνουν από κει. Κι ένα πράμα μονάχα δεν έχουν στο μυαλό τους – να διαλυθούν. Τρελοί;Τρελοί! Εδώ ένας σωριάστηκε τραυματισμένος. Εκεί άλλος κείτεται νεκρός. Εδώ μια ομάδα κοριτσιών που ρίχνουνε πέτρες. Αλλού άλλη ομάδα που κυνηγιέται για να κρυφτεί στους γύρω δρόμους. Εδώ με ξύλα δέρνονται διαδηλωτές και αστυφύλακες. Εκεί δουλεύει πιστολίδι. Χτυπάν τις πόρτες. Ανοίξτε, τραυματίες! Κι οι πόρτες ανοίγουν όλες. Γεμίζουν οι δρόμοι με χαρτάκια: Κάτω η πολιτική επιστράτευση. Αρπάζει η Γκεστάπο πολλούς απ’ τους διαδηλωτές: Μαζέψτε τα! Τα μαζεύουν και, καθώς τους πάνε στην Κομαντατούρ ή στο Κομάντο Πιάτσα, τα ξανασκορπάνε. Το μυρίζονται οι Γερμανοί. Ξύλο. Ώρες κρατάνε οι διαδηλώσεις. Ώρες αντηχεί η αντάρα κι ο αλαλαγμός της πόλης.”

https://youtu.be/Hb0fvkqojpg

Διαδηλωτές διασπούν τον αστυνομικό κλοιό

Τις επόμενες μέρες το αυθόρμητο δίνει τη θέση του στο οργανωμένο. Τηλεφωνητές, δημόσιοι υπάλληλοι και μαθητές κατεβαίνουν στους δρόμους. Η αντίδραση κατά της επιστράτευσης φουντώνει. Η κηδεία του εθνικού ποιητή Κωστή Παλαμά στις 28 Φεβρουαρίου μετατρέπεται σε αντικατοχική διαδήλωση.

Στις 5 Μαρτίου συγκροτείται μεγάλη διαδήλωση κατά της πολιτικής επιστράτευσης. Από την παράνομη εφημερίδα «Το Ελληνικόν Αίμα» (φ. 15/3/1943) διαβάζουμε:

…Την πρωΐαν της ημέρας εκείνης (5/3/1947) εσημειώθησαν μεγάλαι συγκεντρώσεις εις τα κεντρικώτερα σημεία της πόλεως. Αι συγκεντρώσεις μετετρέποντο εις διαδηλώσεις, αίτινες διά της συνεχούς ενώσεως των διαφόρων ομάδων απετέλουν έναν αφαντάστως ορμητικόν χείμαρρον, έτοιμον ­εν κυριολεξία να παρασύρη κάθε ίχνος των βαρβάρων… Μία των μεγαλυτέρων διαδηλώσεων διήλθε προ του Δημαρχειακού Μεγάρου, όπου ο παριστάνων τον δήμαρχον κύναιδος ετόλμησε να εξέλθη εις τον εξώστην διά να… καθησυχάση τα πλήθη. Από τα στόματα των χιλιάδων διαδηλωτών ­ διατηρούντων όλον το αθηναϊκόν χιούμορ των ηκούσθη η σύστασις: ­Μέσα αδελφή! Και η Αγγέλα έσπευσεν να εισέλθη….

Οι συγκρούσεις είχαν ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 7 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες.

Μπροστά όμως στην μεγάλη λαϊκή αντίδραση, οι Γερμανοί κατακτητές αναγκάζονται να ακυρώσουν την πολιτική επιστράτευση στις 10 Μαρτίου 1943. Πρόκειται για μεγαλειώδη στιγμή και ένα ανεπανάληπτο γεγονός σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.

Η ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης ήταν και η τελευταία πολιτική πράξη της δεύτερης κατοχικής κυβέρνησης. Ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος αντικαταστάθηκε ως ανεπαρκής από τους Γερμανούς με τον Ιωάννη Ράλλη τον Απρίλιο του 1943.