Η αδιαφορία… σκοτώνει το πανεπιστήμιο – Αλήθειες πίσω από τους μύθους της Παιδείας

21/10/17 • 14:31 | UPD 21/10/17 • 22:11

Το ET Magazine του EleftherosTypos.gr  θα προσπαθήσει να διεισδύσει εντός του πανεπιστημίου με την βοήθεια ενός ανθρώπου που το έζησε και το ζει από μέσα. 

Οι τραμπουκισμοί στα πανεπιστήμια δεν είναι φρούτο της εποχής. Ευδοκιμεί στην Ελλάδα εδώ και πάρα πολλά χρόνια και οι συζητήσεις για το άσυλο, για τις ευθύνες, για το πού «πάει η ελληνική Παιδεία» και άλλα παρόμοια ανοίγουν αλλά δεν κλείνουν ποτέ και μετά από πολλές φιλολογικές λέξεις και αράδες σταματούν χωρίς αποτέλεσμα.

Γράφει ο Μιχάλης Μαρδάς

Το ET Magazine του EleftherosTypos.gr  θα προσπαθήσει να διεισδύσει εντός του πανεπιστημίου με τη βοήθεια ενός ανθρώπου που το έζησε και το ζει από μέσα. Η Ελένη Ρεβέκκα-Στάιου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Το 2007 αποφοίτησε από το τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ (ΕΚΠΑ) και το 2008 ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της στο London School of Economics and Political Science (LSE, MSc in Communication, Information and Society) και από τον Ιανουάριο του 2017 είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ (ΕΚΠΑ).

Της ζητήσαμε να μας ξεναγήσει στα άδυτα του πανεπιστημίου και ήταν πλήρως κατατοπιστική για το τι συνέβαινε, τι συμβαίνει, τι μπορεί να συμβεί αν αλλάξουμε τρόπο σκέψης και δράσης αλλά και το τι θα συμβεί αν συνεχίσουμε στην ίδια ρότα.

 «Οι καταλήψεις, οι συνελεύσεις και το παρακαλετό» 

Για αρχή, της ζητήσαμε να γυρίσει τον χρόνο πίσω και να μας διηγηθεί τα όσα έζησε στα φοιτητικά της χρόνια αλλά και να μας εξηγήσει γιατί είπε το μεγάλο όχι στο να μπει σε κάποια από τις φοιτητικές παρατάξεις:

«Θυμάμαι ολοζώντανα την πρώτη μου εμπειρία από παρατάξεις και συνελεύσεις. Ήταν το 2002 που μπήκα στη σχολή. Μπήκαμε και ήταν περίοδος καταλήψεων, ξεκινήσαμε Νοέμβριο τα μαθήματα. Με πλεύρισαν και στις εγγραφές, όπως γίνεται συνήθως, αλλά δεν έδωσα σημασία. Πήγα στη συνέλευση για να δω γιατί  είναι κλειστή η σχολή. Πέρασαν 4 ώρες χωρίς κανένα αποτέλεσμα καθώς στις συνελεύσεις γίνεται ότι και στη Βουλή και στα τηλεοπτικά πάνελ. Τσακώνονταν περί ανέμων και υδάτων, δεν λένε τίποτα το ουσιαστικό και όταν βγαίνουν έξω βλέπεις άλλους ανθρώπους. Αυτά που λέγανε μέσα στις συνελεύσεις δεν ανταποκρίνονταν στη ζωή και το ξέρουν και οι ίδιοι».

Σε ότι έχει να κάνει με την πιο οδυνηρή της εμπειρία, μας γύρισε πίσω στο 2007 όταν ξαναπήγε σε συνέλευση:

«Πάτησα ξανά σε συνέλευση στο 5ο έτος. Ήμασταν κλειστά από κατάληψη για εννέα μήνες και πήγαμε να παρακαλέσουμε διάφοροι επί πτυχίω φοιτητές να μας αφήσουν να δώσουμε εμβόλιμη εξεταστική γιατί θα χάναμε τα μεταπτυχιακά μας. Μου είχε μείνει μόνο ένα μάθημα. Τους παρακαλούσαμε αλλά αυτό δεν είχε αποτέλεσμα. Μας έβρισαν, κοντέψαμε να φάμε ξύλο κυριολεκτικά, ένας πυροσβεστήρας πέρασε πάνω από το κεφάλι μου ξυστά και άκρη δεν βγάλαμε. Τελικά ήμουν τυχερή και μπόρεσα στα τέλη Ιουλίου να δώσω το μάθημα γιατί αλλιώς θα είχαν πάει στράφι τα λεφτά. Ακόμη θυμάμαι αυτό που μας φώναζαν: ‘’Εχετε λεφτά να πληρώνετε’’.

Η λέξη-κλειδί είναι η αδιαφορία

Σε εκείνο το σημείο ρωτήσαμε την άποψή της για την αιτία που γίνονται όλα αυτά στα πανεπιστήμια και ακούσαμε τη λέξη που θα επαναληφθεί πολλές φορές στη συζήτησή μας και φαίνεται πως είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα – ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ:

«Είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων που δημιουργούν αυτή την κατάσταση.  Δεν ενδιαφέρονται οι φοιτητές για το πανεπιστήμιο και δεν ενδιαφέρονται και πάρα πολλοί καθηγητές. Είναι ένα τέρας που το τρέφεις, το μεγαλώνεις και στη συνέχεια απορείς για ποιο λόγο έχει θεριέψει τόσο πολύ και σε κυνηγά. Υπάρχουν και συμφέροντα παλαιών καθηγητών, όπως υπάρχουν και τα κόμματα που συντηρούν αυτή την κατάσταση.

Ο φοιτητικός συνδικαλισμός δεν διαφέρει από τον εργατικό. Μπαίνουμε στο κόμμα, καπαρώνουμε μια θεσούλα. Αν είμαστε και λίγο μάγκες, βγάζουμε ένα καλό πανεπιστήμιο και γινόμαστε και στελέχη, βουλευτές, υπουργοί, δήμαρχοι και δεν συμμαζεύεται. Σε ότι αφορά στις άλλες «παρατάξεις» αυτές που παραμένουν ανώνυμες, δεν κατεβαίνουν στις εκλογές και όμως «κουμαντάρουν» τη σχολή. Διαλύουν κτήρια, καίνε κάλπες, κλείνουν τις σχολές με το έτσι θέλω και μετά πάνε στις πλούσιες γειτονιές τους ή στις όμορφες δουλειές τους με το κουστουμάκι τους σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Αδιαφορία υπάρχει και στους καθηγητές που είναι μεγαλύτερης ηλικίας και δεν ασχολούνται με πράγματα που οι ίδιοι θεωρούν μικρά. Υπάρχουν άνθρωποι που μιλάνε συνεχώς στα παιδιά και θέλουν να τους ανοίξουν τους ορίζοντες αλλά υπάρχουν και αυτοί που δεν κάνουν το παραμικρό έχοντας δημιουργήσει «συμμαχίες» που δεν χαλάνε».

Και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί η αδιαφορία;

«Αυτό είναι ένα μεγάλο στοίχημα και αφορά πολύ στους φοιτητές. Θα πρέπει να αισθάνονται πως το πανεπιστήμιο είναι σπίτι τους αλλά όχι τσιφλίκι τους. Πρέπει να αισθάνονται άνετα στον χώρο αλλά όπως σέβονται το δικό τους σπίτι έτσι θα πρέπει να σεβαστούν και το πανεπιστήμιο, γνωρίζοντας πως οι υποχρεώσεις τους είναι πολλές. Αυτό που συμβαίνει στο ελληνικό πανεπιστήμιο είναι δράση αντίδραση. Όσο το… γράφεις, τόσο σε γράφει κι εκείνο. Όσο δεν υπάρχει αγάπη και εκτίμηση γι’ αυτό και το βλέπουν όλοι σαν τσιφλίκι τους, τόσο και αυτό θα γίνεται πιο ρηχό, δυσκίνητο, παλιό μέχρι να γίνει άχρηστο. Και το πιο σημαντικό είναι ότι δεν μπορεί ο απ’ έξω να λέει πράγματα για τους μέσα χωρίς να γνωρίζει. Στην Ελλάδα έχουμε μάθει να κρίνουμε εξ αποστάσεως και αυτό συμβαίνει δυστυχώς και στα πανεπιστήμια».

Η βουβαμάρα και το άσυλο 

Η κυρία Στάιου τονίζει πως η βουβαμάρα των φοιτητών θα πρέπει να σταματήσει γιατί μόνο αν διεκδικήσουν πράγματα θα δουν βελτίωση:

«Το λέω πάρα πολλές φορές στα παιδιά. Να πηγαίνουν στις συνελεύσεις. Να διεκδικούν πράγματα. Γιατί όταν δεν πάνε, τότε η μειοψηφία περνάει αυτό που θέλει. Οταν αυτοί που έχουν άλλα σχέδια βλέπουν να μην υπάρχει κανείς απέναντί τους δρουν ανεξέλεγκτα και χωρίς φόβο. Δεν λέω, ένας φοιτητής να σταθεί απέναντι στα καδρόνια αλλά να μην αφήνουν το παραμικρό να πέσει κάτω. Αν τους ενοχλεί κάτι πρέπει να μιλήσουν. Ακόμη και στα πιο απλά. Όταν βλέπουν κάποιους να μπαίνουν σε μία αίθουσα και να τη γεμίζουν φυλλάδια, πρέπει να αντιδράσουν γιατί έτσι θα δείξουν πως είναι και αυτοί εκεί. Όταν στο παρελθόν στριμωχτήκαμε αντιδράσαμε. Δεν πρέπει να γίνεται, όμως, μόνο όταν η κατάσταση φτάνει στο απροχώρητο».        

Τελικά πώς ορίζεται το πανεπιστημιακό άσυλο και αν αρθεί θα δώσει λύσεις;

«Να ξεκαθαρίσω πως δεν μου αρέσει καθόλου η λέξη άσυλο. Οχι, δεν πιστεύω πως η συζήτηση για το άσυλο είναι ουσιαστική. Τυπική είναι και δεν πρόκειται να υπάρξει καμία εξέλιξη αν πρώτα δεν γίνουν πολλά άλλα πράγματα. Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. Τα στέκια εντός των πανεπιστημιακών χώρων δόθηκαν για να είναι μέσα στο πανεπιστήμιο ανά πάσα στιγμή αυτοί που συχνάζουν σε αυτά. Εχουν τα κλειδιά στα χέρια τους. Οπότε αυτός που τους έδωσε τα κλειδιά δεν πρόκειται ποτέ να φωνάξει την αστυνομία».

Πρέπει να υπάρχει το άσυλο;

«Εξαρτάται με το τι ορίζει ο καθένας για άσυλο. Για εμένα αυτή η λέξη σημαίνει πως υπάρχει ένας χώρος που μπορούμε να λέμε ελεύθερα την άποψή μας χωρίς να κινδυνεύουμε να φάμε ξύλο και ούτε να επιδιώκουμε να ρίξουμε. Ενας γόνιμος χώρος διαλόγου που μπορεί να μας ανοίξει τους ορίζοντες. Με αυτή και μόνο με αυτή την έννοια πρέπει να υπάρχει».

Τα ελληνικά πανεπιστήμια, η αξιολόγηση και αυτοί που μιλούν απ’ έξω

Πολλές φορές έχουμε ακούσει για την αξιολόγηση στα πανεπιστήμια και ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ρωτήσουμε την κυρία Στάιου να μας μιλήσει για την εμπειρία της καθώς συμμετείχε σε μία από αυτές:

«Είμαι από τους τυχερούς που ακόμα και στο ελληνικό πανεπιστήμιο μπόρεσα να συμμετέχω στην αξιολόγηση μαθημάτων και καθηγητών. Από όταν ήμουν στο προπτυχιακό, υπήρξαν καθηγητές που ενώ δεν ήταν υποχρεωμένοι μάς ζητούσαν αξιολόγηση. Όχι μόνο την κάναμε την αξιολόγηση, αλλά είχε και αποτέλεσμα αφού την επόμενη χρονιά το μάθημα ήταν αλλαγμένο σύμφωνα με αυτά που είχαμε προτείνει. Έκανα αξιολόγηση μαθήματος και στο μεταπτυχιακό, όπου τα πράγματα ήταν πολύ πιο σοβαρά αφού κάποιος από το διδακτικό προσωπικό απομακρύνθηκε καθώς πήρε αρνητικά σχόλια από πολλούς φοιτητές.

Πιστεύω πως η αξιολόγηση είναι μια ευκαιρία να ακουστούν κάποια πράγματα από τους ανθρώπους που ζουν πραγματικά μέσα στο πανεπιστήμιο και που αντιμετωπίζουν όλα τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα. Ακόμα και αν δεν γίνει τίποτα, θα έχουν ειπωθεί κάποια πράγματα, κάποιος θα τα έχει διαβάσει και κάποια θα μείνουν. Εχω όμως και μία άσχημη εμπειρία. Πριν από κάποια χρόνια είχαν γίνει εξωτερικές αξιολογήσεις των τμημάτων από ακαδημαϊκούς που ζουν στο εξωτερικό και ήρθε και η δική μας η σειρά.

Η Ελένη Ρεβέκκα-Στάιου από τον Ιανουάριο του 2017 είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ (ΕΚΠΑ).

Η συγκεκριμένη αξιολόγηση έχει πολλούς εχθρούς καθώς κάποιοι θεωρούν ότι είναι ένα βήμα πριν μας κλείσουν ή πριν μας κάνουν ιδιωτικά πανεπιστήμια. Οι αξιολογητές συναντήθηκαν και με τις τρεις βαθμίδες φοιτητών, προπτυχιακών, μεταπτυχιακών και διδακτορικών. Δεν ήμουν μέσα στη συνάντηση με τους προπτυχιακούς αλλά είδα τη «διαμαρτυρία» που έκαναν ως αντίδραση. Και ακόμα χειρότερα, είδα και τον τρόμο στο βλέμμα των αξιολογητών από τη συμπεριφορά των προπτυχιακών.

Σαν να μην έφτανε αυτό, το γελοίο συνεχίστηκε με μεθυσμένους φοιτητές να πιάνουν τους αξιολογητές και να προσπαθούν να κάνουν… κουβέντα μαζί τους έξω από ένα κτήριο που οι υπάλληλοι είχαν καθαρίσει για να είναι αξιοπρεπές και εκείνοι ξεδιάντροπα είχαν πάει και είχαν κάνει πάρτυ και βρώμαγε από την Καπνικαρέα. Ντράπηκα για λογαριασμό τού τμήματος που τα παιδιά τα οποία φοιτούσαν σε αυτό δεν ξέρουν να ξεχωρίσουν τις στιγμές και νομίζουν ότι όλα είναι μαγκιά και μας έχουν γραμμένους όλους τους υπόλοιπους».

Σε αυτό το σημείο η συζήτηση έφτασε στο δίλημμα «ελληνικό ή ξένο πανεπιστήμιο» και στο «δημόσιο ή ιδιωτικό»:

«Στην Ελλάδα πολλοί γκρινιάζουν για τα πανεπιστήμια. Λίγοι είμαστε αυτοί που τα υποστηρίζουμε με μανία και προσπαθούμε να πούμε στους απ’ έξω  ότι το επίπεδο στα πανεπιστήμιά μας είναι εξαιρετικό. Σίγουρα ένα πανεπιστήμιο μπορεί να προσφέρει πολλά αν έχει μια πολύ καλή βιβλιοθήκη, αν έχει καινούριους υπολογιστές και εξοπλισμούς, αν έχει φύλακες, αν έχει γυμναστήρια, αν έχει καλές εστίες. Όλα αυτά στο εξωτερικό αγοράζονται με τα χρήματα που δίνουν με τις… σακούλες οι φοιτητές και οι οικογένειές τους. Φτάνουν αυτά, όμως, για να κάνουν ένα πανεπιστήμιο καλό;

Δεν μπορείς να συγκρίνεις τα τεράστια πανεπιστήμια του εξωτερικού, με τα δίδακτρα και τις επιχορηγήσεις, με τα αντίστοιχα ελληνικά που μετρούν μέχρι και τα λεφτά για την καθαρίστρια. Αλλά όταν μπαίνεις στο περιεχόμενο, διαπιστώνεις ότι όσα λεφτά κι αν έχουν, αν δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, δεν αξίζουν μία. Αυτή η αίσθηση στην Αγγλία, ότι σε βλέπουν σαν λίρες με πόδια, είναι διάχυτη παντού και μερικές φορές περνάει και στους ίδιους τους καθηγητές. Μερικές φορές σε αναγκάζουν να υιοθετήσεις και εσύ τη λογική του πελάτη, που πληρώνει και απαιτεί.

Στην Ελλάδα, στα αντίστοιχα ιδρύματα, που δεν υπάρχει η ύπαρξη του χρήματος αυτό δεν υπάρχει. Και γι’ αυτό εκτιμάς δύο και τρεις φορές παραπάνω τους καθηγητές που πασχίζουν να κάνουν κάτι διαφορετικό, να σου δώσουν το κάτι παραπάνω, με τα πενιχρά μέσα που έχουν. Και, μιλώντας από προσωπική πείρα, πολλές φορές αυτά που σου δίνουν είναι περισσότερα από του εξωτερικού. Και ξέρετε κάτι; Κάποια πράγματα δεν μπορούν να αξιολογηθούν και να διορθωθούν αν δεν τα ζήσει κάποιος από μέσα. Ποιό είναι το ποσοστό των φοιτητών που μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει βιώσει το ελληνικό πανεπιστήμιο, με τα καλά και τα κακά του, σε εμπειρία πάνω από 80%; Ελάχιστο. Το να κρίνει ο κάθε ένας περαστικός, δεν θα έχει αποτέλεσμα. Θα κρίνει ιδεολογικά, θα κρίνει ουτοπικά, αλλά δεν θα κρίνει πραγματικά.

Και θέλω να πω και κάτι στους φοιτητές. Πρέπει να εκτιμούν το γεγονός ότι είναι δωρεάν το πανεπιστήμιο. Δεν είναι δυνατόν να τους κυνηγούν οι καθηγητές για να έρθουν στο μάθημα. Αν βέβαια πλήρωναν έξω, όπως αυτοί που πληρώνουν, η αντίδρασή τους θα ήταν διαφορετική. Αλλά αυτό έχει αξία;»

Αυτό που λείπει

Τελειώνοντας την κουβέντα μας, αναρωτηθήκαμε για το ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα έκανε αν μπορούσε να είχε λόγο στην χάραξη της πολιτικής πάνω στην Παιδεία:

«Πρέπει να υπάρχει σχολικός επαγγελματικός προσανατολισμός στην πραγματικότητα κι όχι στα λόγια. Από το λύκειο τα παιδιά να παίρνουν τις πληροφορίες ώστε να επιλέξουν την σχολή που πραγματικά θέλουν να φοιτήσουν και όχι να… αναγκαστούν να γίνουν φοιτητές. Αλλαγές πρέπει να γίνουν αλλά αυτές δεν θα είναι από το πανεπιστήμιο, θα είναι από το δημοτικό, μη σου πω και από πιο πριν. Και αυτές οι αλλαγές θα πρέπει να είναι μελετημένες, όχι κουμπωμένες από άλλα εκπαιδευτικά συστήματα που βρίσκονται σε τελείως διαφορετικές κουλτούρες και κοινωνικές καταστάσεις. Λέμε για την ανεργία κλπ. Γιατί δεν λέμε, όμως, για τις επιλογές των μαθητών στις πανελλαδικές; Λέμε για τη δυσκολία των μαθημάτων στο δημοτικό κλπ. κλπ. Γιατί δεν λέμε ότι οι γονείς πλέον δεν κάθονται ούτε μια ώρα με τα παιδιά τους και τα πασάρουν στα φροντιστήρια από το δημοτικό; Λέμε για το χαμηλό επίπεδο των ελληνικών πανεπιστημίων. Γιατί δεν λέμε για την τεμπελιά των φοιτητών που λόγω κακών επιλογών είναι σε σχολές που δεν τους ενδιαφέρουν; Γι’ αυτό ένα από τα σημαντικά πράγματα είναι το παιδί, μπαίνοντας στο πανεπιστήμιο, να έχει διαλέξει την σχολή που αγαπά και έτσι θα αγαπά και όλα τα άλλα που την συνοδεύουν και δεν θα είναι φοιτητής με το ζόρι».

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.