Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ως βασική αρχή της στην οικονομική πολιτική τη μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων, που νομοθετήθηκαν στην επώδυνη δεκαετία των Μνημονίων. Από το 2019 έως σήμερα έχουν μειωθεί ή ακόμα και καταργηθεί περισσότεροι από 50 φόροι. Με κορυφαία την εμβληματική μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 35%, η οποία συνοδεύεται από ένα μπόνους έκπτωσης 20%, αν η κατοικία είναι ασφαλισμένη. Παράλληλα, από τις πιο σημαντικές παρεμβάσεις ήταν η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης για όλους, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 5,4 μονάδες και η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος.
ΟΛΑ ΑΥΤΑ δεν ήταν αυτονόητο ότι θα μπορούσαν να υλοποιηθούν. Εγιναν, γιατί το επέτρεψε η καλή πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών. Φέτος, έγινε ένα ακόμα μεγάλο βήμα. Η διασύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές και η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με την εφορία, που ξεκίνησε στις αρχές της χρονιάς, φαίνεται πως έχει ήδη δημιουργήσει υπεραπόδοση στα φορολογικά έσοδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, ο πόλεμος κατά της φοροδιαφυγής αναμένεται να εισφέρει έξτρα έσοδα άνω των 2 δισ. ευρώ στα δημόσια ταμεία, ενώ οι προβλέψεις δείχνουν ότι μέσα στα επόμενα χρόνια τα πρόσθετα έσοδα θα κινηθούν άνω των 3 δισ. ευρώ ετησίως.
ΑΥΤΗ Η ΜΕΓΑΛΗ μεταρρύθμιση και επιτυχία στο κυνήγι της φοροδιαφυγής δημιουργούν ένα νέο πλαίσιο στη δημοσιονομική πολιτική της χώρας, δημιουργώντας χώρο για πρόσθετες φοροελαφρύνσεις.
ΣΥΜΦΩΝΑ με το ρεπορτάζ που αποκαλύπτει σήμερα ο Ελεύθερος Τύπος, έχουν μπει στο τραπέζι σενάρια για την αλλαγή στις κλίμακες φορολόγησης των εισοδημάτων από 25.000 έως 50.000 ευρώ. Πρόκειται για ένα μέτρο το οποίο θα δώσει ανάσα στα νοικοκυριά της μεσαίας τάξης, που ανέκαθεν πλήρωναν το «μάρμαρο» στη φορολογία εισοδήματος, ενώ, καθώς δεν αποκρύπτουν έσοδα, χάνουν και τα περισσότερα επιδόματα. H κλίμακα της φορολογίας εισοδήματος που ισχύει σήμερα ξεκινά από τον χαμηλό συντελεστή του 9% για εισοδήματα μέχρι 10.000 ευρώ. Στη συνέχεια ο φόρος κλιμακώνεται στο 22% από τις 10.001 μέχρι και τις 20.000 ευρώ, στο 28% από τις 20.001 μέχρι και τις 30.000 ευρώ, στο 36% από τις 30.001 μέχρι και τις 40.000 ευρώ και στο 44% για τα ποσά πάνω από τις 40.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, εξετάζεται να προστεθούν ενδιάμεσοι συντελεστές, ώστε να ελαφρυνθούν οι σημερινοί αλλά και αυριανοί «μέτοχοι» της μεσαίας τάξης.
ΠΡΟΦΑΝΩΣ, η ακρίβεια αποτελεί το κορυφαίο πρόβλημα για τα νοικοκυριά και προκαλεί δικαιολογημένα γκρίνιες και απογοήτευση στους ψηφοφόρους. Οι πολίτες, όμως, γνωρίζουν ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι αποφασισμένη τόσο να αυξήσει τους μισθούς όσο και να συνεχίσει τις μειώσεις φόρων, καθώς αυτό αποτελεί τη βάση της φιλοσοφίας της στην οικονομική πολιτική, σε αντίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ ή ακόμα και το ΠΑΣΟΚ, που όχι μόνο δεν έχουν υπερψηφίσει τα περισσότερα από αυτά τα θετικά μέτρα, αλλά αντιμετωπίζουν ιδεοληπτικά τη φορολόγηση της μεσαίας τάξης.
