Στα 96 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, στα ανοιχτά της Πρέβεζας, βρισκόταν επί 83 χρόνια ένα από τα πιο σπάνια γερμανικά πολεμικά σκάφη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Το μικρό αλουμινένιο σκαρί του LS 6 παρέμενε κρυμμένο στον βυθό του Ιονίου, έχοντας μαζί του τα ίχνη μιας ιστορίας που ξεκίνησε μέσα στις πολεμικές ανατροπές του Σεπτεμβρίου του 1943, όταν οι πρώην σύμμαχοι Γερμανοί και Ιταλοί βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι. Η αποκάλυψή του ήρθε ύστερα από 13 χρόνια αναζήτησης του ιστορικού-ερευνητή Γιώργου Καρέλα, ο οποίος ακολούθησε αρχειακές πληροφορίες, διασταύρωσε στοιχεία και περίμενε μέχρι να βρεθεί το κατάλληλο τεχνολογικό μέσο που θα μπορούσε να εντοπίσει ένα τόσο μικρό αντικείμενο σε μεγάλο βάθος. Η κατάδυση επιβεβαίωσε, τελικά, αυτό που για χρόνια παρέμενε μια δύσκολη υπόθεση. Το LS 6 βρισκόταν εκεί, σχεδόν ανέπαφο.
Η αρχή της έρευνας βρίσκεται περίπου 13 χρόνια πίσω. Μια πληροφορία για την απώλεια ενός γερμανικού ελαφρού ταχύπλοου στην περιοχή της Πρέβεζας ήταν αρκετή για να κινήσει το ενδιαφέρον του κ. Γιώργου Καρέλα. Δεν επρόκειτο για ένα συνηθισμένο πολεμικό σκάφος, αλλά για ένα LS, δηλαδή Leichte Schnellboot, μια ιδιαίτερα περιορισμένη σε αριθμό κατηγορία σκαφών που είχε σχεδιαστεί με διαφορετική φιλοσοφία από τις μεγαλύτερες γερμανικές τορπιλακάτους.
«Η έρευνα ξεκίνησε πριν από περίπου 13 χρόνια, όταν έλαβα μια πληροφορία ότι στην περιοχή της Πρέβεζας βυθίστηκε ρυμουλκούμενη μια ελαφριά γερμανική τορπιλάκατος τύπου LS (Leichte Schnellboot). Γνωρίζοντας τη σπανιότητα και τη μοναδικότητα αυτών των σκαφών, ξεκίνησα να αναζητώ περισσότερες πληροφορίες», αναφέρει στον «Ε.Τ.» της Κυριακής ο κ. Γιώργος Καρέλας.

Ο Γιώργος Καρέλας
Υπό ρυμούλκηση
Το γεγονός ότι το LS 6 δεν είχε βυθιστεί έπειτα από άμεσο χτύπημα, αλλά ενώ βρισκόταν υπό ρυμούλκηση, αποτέλεσε ένα από τα στοιχεία που έδωσαν στην έρευνα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η εκτίμηση ήταν ότι ένα σκάφος που είχε κατασκευαστεί από ελαφρύ κράμα αλουμινίου και είχε καταλήξει στον βυθό χωρίς να έχει καταστραφεί ολοκληρωτικά από κάποια επίθεση θα μπορούσε να είχε διατηρηθεί σε πολύ καλή κατάσταση.
Τα γερμανικά και ιταλικά αρχεία έδωσαν σταδιακά περισσότερες πληροφορίες για την τελευταία περίοδο της ζωής του. Το LS 6 βρισκόταν σε κίνηση από την Ηγουμενίτσα προς την Κέρκυρα στις 24 Σεπτεμβρίου 1943, σε μια περίοδο κατά την οποία η περιοχή είχε μετατραπεί σε πεδίο σφοδρών συγκρούσεων μετά την ιταλική συνθηκολόγηση.
Η επικρατέστερη καταγραφή στα ιταλικά αρχεία αναφέρει ότι η επίθεση πραγματοποιήθηκε από έξι ιταλικά μαχητικά-βομβαρδιστικά Reggiane Re.2002. Το LS 6 δεν φαίνεται να δέχθηκε απευθείας πλήγμα. Οι εκρήξεις, όμως, των βομβών που έπεφταν κοντά στο σκάφος προκάλεσαν ισχυρά ωστικά κύματα και σοβαρές καταπονήσεις στο ελαφρύ κύτος του.
Η επίθεση
«Το LS 6 δέχθηκε την επίθεση ενώ βρισκόταν σε κίνηση, μετακινούμενο από την Ηγουμενίτσα προς την Κέρκυρα, στις 24 Σεπτεμβρίου 1943, κατά την επιχείρηση κατάληψης του νησιού από τους Ιταλούς», εξηγεί ο ερευνητής. Οπως επισημαίνει, η καταγραφή που θεωρείται σήμερα η πιο έγκυρη αποδίδει την επίθεση σε έξι ιταλικά αεροσκάφη, ενώ οι κοντινές εκρήξεις ήταν αρκετές για να προκαλέσουν ζημιές στο αλουμινένιο κύτος.
Το σκάφος μεταφέρθηκε στη συνέχεια στην Κέρκυρα για να επισκευαστεί. Οι ζημιές, όμως, δεν μπορούσαν να αποκατασταθούν εκεί και, έτσι, αποφασίστηκε η μεταφορά του στον Πειραιά, όπου βρισκόταν η βάση των συγκεκριμένων γερμανικών σκαφών. Το LS 6 ξεκίνησε να ρυμουλκείται, όμως δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του.
Το γενικό στίγμα της απώλειας ήταν γνωστό, όμως η αναζήτηση ενός σκάφους μήκους μόλις 12,5 μέτρων σε μεγάλο βάθος απαιτούσε εξοπλισμό που θα μπορούσε να ξεχωρίσει έναν τόσο μικρό στόχο από τον πυθμένα.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο κ. Δημήτρης Γιαννουλάτος από τη Λευκάδα, στον οποίο ο κ. Καρέλας είχε εμπιστευτεί την ιστορία και τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει. Η απόκτηση σύγχρονου βυθόμετρου έδωσε τη δυνατότητα να ξεκινήσει μια πιο στοχευμένη αναζήτηση. Κάποια στιγμή καταγράφηκε ένας στόχος σε βάθος περίπου 96 μέτρων.
«Χρειάστηκαν χρόνια, για την ακρίβεια μέχρι ο φίλος Δημήτρης Γιαννουλάτος από τη Λευκάδα, στον οποίο είχα εμπιστευτεί την ιστορία και το γενικό στίγμα της απώλειας του σκάφους, να αποκτήσει ένα σύγχρονο βυθόμετρο, που θα μπορούσε να εντοπίσει τη μικρή αυτή τορπιλάκατο», λέει ο κ. Γιώργος Καρέλας.
Απαντήσεις
Η εικόνα που αντίκρισαν οι δύτες κατά την τεχνική κατάδυση έδωσε τις πρώτες απαντήσεις. Το ναυάγιο βρισκόταν στον βυθό και η κατάσταση διατήρησής του ήταν ιδιαίτερα καλή. Οι λεπτομέρειες της κατασκευής του, οι κινητήρες και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του σκάφους άρχισαν να επιβεβαιώνουν την ταυτότητά του.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και ο κάβος που παρέμενε στην πλώρη. Η παρουσία του αποτελούσε ένα ακόμη στοιχείο που συνέδεε το ναυάγιο με την ιστορία της ρυμούλκησης και της απώλειας του LS 6.
«Η αλήθεια είναι ότι περιμέναμε να βρούμε το ναυάγιο σε πολύ καλή κατάσταση, για έναν επιπλέον λόγο, ότι ήταν κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από αλουμίνιο. Ταυτόχρονα, ελπίζαμε να βρούμε και τον κάβο στην πλώρη, ο οποίος θα μας έκανε να σιγουρευτούμε για την ταυτότητα του ναυαγίου», αναφέρει στον «Ε.Τ.» της Κυριακής ο ερευνητής.
Η σπανιότητα του LS 6 εξηγεί και το ενδιαφέρον που έχει προκαλέσει η ανακάλυψη. Από τα σκάφη της συγκεκριμένης κατηγορίας μόλις 12 ολοκληρώθηκαν πριν από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το LS 6 είναι το μοναδικό που έχει διασωθεί μέχρι σήμερα, έστω και ως ναυάγιο.
«Αρχικά, λόγω του μικρού αριθμού τέτοιου είδους σκαφών που κατασκευάστηκαν. Μόλις 12 κατάφεραν να ολοκληρωθούν πριν τελειώσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και το LS 6 είναι το μόνο που διασώζεται μέχρι σήμερα, έστω και κάτω από τα νερά του Ιονίου», λέει ο κ. Γιώργος Καρέλας.
Το σκάφος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσπάθειας των Γερμανών να συνδυάσουν την αεροναυπηγική τεχνολογία με τον οπλισμό ενός πολεμικού σκάφους. Είχε μήκος 12,5 μέτρα και βάρος περίπου 11,5 έως 13 τόνους. Το κύτος του ήταν κατασκευασμένο από duralumin, ένα ελαφρύ κράμα αλουμινίου, με την εταιρία Dornier να εφαρμόζει τεχνικές που είχαν χρησιμοποιηθεί στην αεροπορική βιομηχανία.

Η συγκεκριμένη κατασκευή επέτρεπε στο σκάφος να παραμένει ιδιαίτερα ελαφρύ και να μεταφέρεται από μεγαλύτερα μητρικά πλοία. Ταυτόχρονα, οι κινητήρες Junkers Jumo 205, δίχρονοι αεροπορικοί κινητήρες ντίζελ, του έδιναν τη δυνατότητα να αναπτύσσει ταχύτητα από 37 έως 40 κόμβους.
Ανάμεσα στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ήταν και η μέθοδος εκτόξευσης των τορπιλών ή των βομβών βυθού από την πρύμνη προς τα πίσω. Με αυτόν τον τρόπο το σκάφος μπορούσε να πραγματοποιήσει την επίθεσή του και να απομακρυνθεί χωρίς να χρειάζεται να κάνει επικίνδυνο ελιγμό. Στο μπροστινό μέρος, επίσης, υπήρχε αυτόματο πυροβόλο 20 mm MG151 σε περιστρεφόμενο πυργίσκο.
Στο κύτος του «εμπορικού» Kormoran
Η έρευνα του κ. Γιώργου Καρέλα δεν σταμάτησε στην ταυτοποίηση του LS 6. Η μελέτη των συγκεκριμένων σκαφών τον οδήγησε και σε μια διαφορετική, λιγότερο γνωστή ιστορία που συνδέεται με το γερμανικό Kormoran.
«Προσωπικά, ενώ γνώριζα όσα είπα πιο πάνω για αυτά τα σκάφη, δεν τα είχα μελετήσει σε βάθος. Ο εντοπισμός του ναυαγίου με έκανε να επιστρέψω στα αρχεία και στην έρευνα», λέει ο ερευνητής, ο οποίος εκεί βρήκε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πληροφορία, αφού το LS 3 αποτελούσε ένα από τα κρυφά όπλα του Kormoran και μεταφερόταν στο εσωτερικό του.
Το Kormoran ήταν ένα Q-Ship, ένα εμπορικό φορτηγό πλοίο που είχε μετατραπεί σε βαριά εξοπλισμένο πολεμικό και μπορούσε να εμφανίζεται ως κοινό εμπορικό πλοίο. Πίσω από ψεύτικα τοιχώματα, πτυσσόμενες επιφάνειες και εικονικά φορτία έκρυβε τον οπλισμό του, την τορπιλάκατο και ένα αναγνωριστικό υδροπλάνο Arado.
Για τον κ. Καρέλα, ωστόσο, η μεγαλύτερη αξία του LS 6 βρίσκεται στο ίδιο το ναυάγιο και στην κατάσταση στην οποία έχει παραμείνει επί 83 χρόνια.
«Μόνο και μόνο το γεγονός ότι είναι το μοναδικό σωζόμενο στον κόσμο το κάνει σημαντικό και μοναδικά σπάνιο. Η είδηση του εντοπισμού του έχει ήδη προκαλέσει το ενδιαφέρον των ΜΜΕ από όλο τον πλανήτη», επισημαίνει.
Το LS 6 παραμένει πλέον στα 96 μέτρα, στο σημείο όπου κατέληξε μετά την τελευταία, αποτυχημένη προσπάθεια μεταφοράς του στον Πειραιά. Η θέση του, τα χαρακτηριστικά του και η κατάσταση διατήρησής του επιτρέπουν την περαιτέρω μελέτη ενός σκάφους που κατασκευάστηκε σε μόλις 12 αντίτυπα και, σύμφωνα με τα έως τώρα δεδομένα, είναι το μοναδικό της κατηγορίας του που έχει διασωθεί μέχρι σήμερα. Μια πολεμική μηχανή μόλις 12,5 μέτρων, που σχεδιάστηκε για να κινείται με μεγάλη ταχύτητα και να χτυπά τον αντίπαλο αιφνιδιαστικά, έμεινε, τελικά, νικημένη και ακίνητη στον βυθό του Ιονίου από τον Σεπτέμβριο του 1943.



















