Στα χέρια των αρχών βρίσκεται ο λύκος που επιτέθηκε και τραυμάτισε τετράχρονο παιδί στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης, μετά την ολοκλήρωση μιας συντονισμένης και ιδιαίτερα κρίσιμης επιχείρησης σύλληψης.
Πρόκειται για ένα θηλυκό άτομο που τους τελευταίους μήνες είχε αναπτύξει προβληματική εξοικείωση με την ανθρώπινη παρουσία, προσεγγίζοντας κατοικημένες περιοχές της βορειοδυτικής Θεσσαλονίκης προς αναζήτηση τροφής. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, τις ενδείξεις και τις αυτόπτες μαρτυρίες, το συγκεκριμένο ζώο εμπλέκεται άμεσα στο σοβαρό περιστατικό τραυματισμού του ανήλικου παιδιού που σημειώθηκε στις 30 Ιουλίου 2026.

Η άμεση κινητοποίηση των αρμόδιων φορέων οδήγησε στην έκδοση απόφασης απομάκρυνσης από το Τμήμα Διαχείρισης Άγριας Ζωής και Θήρας του ΥΠΕΝ, ύστερα από σύσκεψη στο Δασαρχείο Θεσσαλονίκης και σχετική εισήγηση του ευρωπαϊκού προγράμματος LIFE Wild Wolf. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο διαχείρισης που υλοποιούν στην Ελλάδα η Περιβαλλοντική Οργάνωση Καλλιστώ και ο ΟΦΥΠΕΚΑ, η επίθεση σε άνθρωπο κατατάσσεται στην ανώτερη κατηγορία επικινδυνότητας. Όπως επισημαίνεται στην κοινή ανακοίνωση των φορέων, η καταγεγραμμένη επίθεση, «σε συνδυασμό με τη σοβαρή κατάσταση της υγείας του ζώου και την επαναλαμβανόμενη παρουσία του σε κατοικημένες περιοχές, κατέστησαν επιβεβλημένη τη λήψη μέτρων για την άμεση σύλληψη και απομάκρυνσή του, με γνώμονα πρωτίστως την προστασία της ανθρώπινης ασφάλειας».

Η επιχείρηση αιχμαλωσίας πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Πέμπτης 13 Αυγούστου 2026, κατά την πρώτη κιόλας ημέρα ενεργοποίησης των ειδικών παγίδων που είχαν τοποθετηθεί από την Καλλιστώ. Η Ομάδα Επέμβασης για τον Λύκο της οργάνωσης, με τη συνδρομή στελεχών του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης και της Μονάδας Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών Κεντρικής Μακεδονίας του ΟΦΥΠΕΚΑ, ανέλαβε τον ασφαλή απεγκλωβισμό του ζώου.
Κατά την εξέταση διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για ένα ιδιαίτερα μικρόσωμο θηλυκό, βάρους μόλις 24,5 κιλών, το οποίο βρισκόταν σε επιβαρυμένη κατάσταση υγείας και ήταν εμφανώς υποσιτισμένο. Έφερε ουλές από παλαιότερα τραύματα, ενώ το πίσω αριστερό του άκρο ήταν ακρωτηριασμένο, φέροντας ανοιχτή πληγή και αιμορραγία. Η αναπηρία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την αδυναμία του να θηρεύσει στη φύση και την καταφυγή του στις αστικές περιοχές. Στον λύκο παρασχέθηκε άμεσα κτηνιατρική φροντίδα, τοποθετήθηκε σε ειδικό κλωβό, ανένηψε ομαλά από την αναισθησία και λήφθηκαν δείγματα αίματος για γενετική ανάλυση στο Τμήμα Βιολογίας του ΑΠΘ. Το πρωί της Παρασκευής 14 Αυγούστου, το ζώο παραδόθηκε στην Περιβαλλοντική Οργάνωση ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ για τη μεταφορά του στο Κέντρο Προστασίας Λύκου & Λύγκα στις Αγραπιδιές Φλώρινας, όπου θα υποβληθεί σε περαιτέρω εξετάσεις υπό την επίβλεψη της Κτηνιατρικής Σχολής του ΑΠΘ.

Το ζώο κινούνταν μέσω του περιαστικού δάσους του Σέιχ Σου προς τους Δήμους Παύλου Μελά και Νεάπολης-Συκεών, αναζητώντας απορρίμματα ή αδέσποτα ζώα. Η εύκολη πρόσβαση σε τροφή προκάλεσε τη σταδιακή εξοικείωσή του με τον άνθρωπο. Ωστόσο, οι συντονισμένοι φορείς (Καλλιστώ, Δασαρχείο Θεσσαλονίκης, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ) υπογραμμίζουν στην ανακοίνωσή τους πως «η παρουσία ενός λύκου κοντά σε κατοικημένη ή περιαστική περιοχή δεν σημαίνει από μόνη της ότι το ζώο πρόκειται να επιτεθεί σε άνθρωπο. Οι λύκοι είναι κατά κανόνα επιφυλακτικοί απέναντι στον άνθρωπο, ενώ οι επιθέσεις υγιών λύκων σε ανθρώπους είναι σπάνιες και ο κίνδυνος για την ανθρώπινη ασφάλεια παραμένει χαμηλός». Παράλληλα, συνιστούν ψυχραιμία, αποφυγή παροχής τροφής και άμεση ενημέρωση των αρχών σε ανάλογα περιστατικά. Όπως καταλήγει η ανακοίνωση, «η επιτυχής έκβαση της επιχείρησης σύλληψης του συγκεκριμένου λύκου αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής και επιστημονικής παρακολούθησης κάθε περιστατικού, της έγκαιρης και τεκμηριωμένης αξιολόγησής του, καθώς και της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων δημόσιων υπηρεσιών, της επιστημονικής κοινότητας και των Περιβαλλοντικών Οργανώσεων».





















