Τέλος στη δράση πολυμελούς κυκλώματος, τα μέλη της οποίας ενέχονται σε τουλάχιστον δώδεκα περιπτώσεις παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών, έβαλε η ΕΛ.ΑΣ., έπειτα από μια πολύμηνη και διεθνώς συντονισμένη έρευνα που αποκάλυψε το εύρος και την επιχειρησιακή δομή της οργάνωσης.
Το κύκλωμα λειτουργούσε με ξεκάθαρη ιεραρχία, διακριτούς ρόλους και μεθόδους που δυσχέραιναν τον εντοπισμό των εμπλεκομένων, αξιοποιώντας δίκτυα σε Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία και Ολλανδία.
Η δράση της οργάνωσης ξεκινούσε από τα ελληνοτουρκικά σύνορα του Έβρου, όπου μέλη της παραλάμβαναν παράτυπους αλλοδαπούς και τους μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη με οχήματα προερχόμενα κυρίως από τη Βουλγαρία ή κλεμμένα από την Ελλάδα. Ως οδηγούς χρησιμοποιούσαν αλλοδαπούς που δεν διέμεναν μόνιμα στη χώρα, αλλά εισέρχονταν αποκλειστικά για την εκτέλεση του δρομολογίου, ώστε να αποφεύγεται η σύνδεσή τους με τα ηγετικά στελέχη. Στη συνέχεια, οι μεταφερόμενοι αποκρύπτονταν σε μισθωμένα ή ελεγχόμενα διαμερίσματα εντός του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης, όπου παρέμεναν προσωρινά μέχρι να οργανωθεί η επόμενη φάση της μετακίνησής τους.

Το τελικό στάδιο της διακίνησης περιλάμβανε τη… φόρτωση των αλλοδαπών σε χώρους εμπορευμάτων φορτηγών διεθνών μεταφορών, με προορισμό άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρακτική εγκυμονούσε άμεσο και σοβαρό κίνδυνο για τη ζωή τους, καθώς οι συνθήκες μεταφοράς ήταν εξαιρετικά επικίνδυνες. Από την έρευνα προέκυψε ότι από τον Φεβρουάριο του 2026 έως σήμερα η οργάνωση πραγματοποίησε τουλάχιστον δώδεκα τέτοιες μεταφορές, αποκομίζοντας από 2.000 έως 6.500 ευρώ για κάθε άτομο, με το συνολικό παράνομο κέρδος να ξεπερνά τις 300.000 ευρώ.

Η επιχείρηση για την εξάρθρωση του κυκλώματος πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Βουλγαρία και Ολλανδία, με τη συνεργασία διεθνών υπηρεσιών όπως το E.C.A.M.S. της Europol και το SELEC. Συνελήφθησαν επτά άτομα, μεταξύ των οποίων και το 44χρονο ηγετικό στέλεχος, ενώ τρία ακόμη μέλη βρίσκονται ήδη έγκλειστα σε καταστήματα κράτησης για συναφή αδικήματα. Άλλοι τρεις αναζητούνται. Κατά τις έρευνες σε δέκα οικίες σε Ελλάδα και Βουλγαρία κατασχέθηκαν οχήματα, πλήθος ηλεκτρονικών μέσων, έγγραφα τρίτων προσώπων, χρηματικά ποσά και κάμερες ασφαλείας που χρησιμοποιούνταν για αντιπαρακολούθηση.


