Η επιλογή του να παραμένει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας τον μετέτρεψε σχεδόν άθελά του σε θρύλο. Όσο περισσότερο απέφευγε τις συνεντεύξεις, τις φωτογραφίες και τις δημόσιες εμφανίσεις, τόσο περισσότερο γιγαντωνόταν το ενδιαφέρον γύρω από την ταυτότητά του. Κατά καιρούς του αποδόθηκαν διαφορετικά ονόματα. Άλλοτε αναφέρθηκε ως Αντώνης Ευδαίμων, άλλοτε ως Γεράσιμος Σπανοδημήτρης, ενώ δεν έλειψαν και οι θεωρίες που ήθελαν το πραγματικό του όνομα να είναι Άρης Καστρινός, από το οποίο δήθεν προέκυπτε το ψευδώνυμο «ΑΡ-ΚΑΣ». Τα τελευταία χρόνια κυκλοφόρησαν ακόμη και φήμες ότι είχε πεθάνει και ότι τα σκίτσα που δημοσιεύονταν δεν ήταν δικά του, με τον ίδιο να απαντά με τον μοναδικό τρόπο που γνωρίζει: ένα σκίτσο όπου ένας τάφος σε σχήμα εκτυπωτή διακήρυττε ότι «τα σκίτσα είναι πάντα του Αρκά».

Για το έργο του ως δημιουργού κόμικς έχουν γραφτεί σχεδόν τα πάντα. Για τον «Κόκκορα», τον «Ισοβίτη», τις «Χαμηλές Πτήσεις», τη «Ζωή μετά», τον «Καστράτο» και τόσους άλλους ήρωες έχουν αφιερωθεί χιλιάδες σελίδες. Υπάρχει όμως μια λιγότερο γνωστή περίοδος, σχεδόν ξεχασμένη σήμερα, που προηγείται της εμφάνισης του Αρκά στις σελίδες της «Βαβέλ». Είναι τα χρόνια του θεάτρου και της ζωγραφικής. Τα χρόνια ενός νεαρού δημιουργού που αναζητούσε ακόμη την καλλιτεχνική του ταυτότητα, σχεδιάζοντας σκηνικά, κοστούμια και πίνακες.




Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί και συνδέονται με το όνομα Αντώνης Ευδαίμων, ο τελευταίος γεννήθηκε το 1953 στην Τρίπολη και κατάγεται από τη Μυγδαλιά Αρκαδίας, το χωριό από το οποίο κατάγονται επίσης ο παλαιός υπουργός του ΠΑΣΟΚ Βαγγέλης Γιαννόπουλος και ο πρώην βουλευτής του ίδιου κόμματος Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος. Ως γονείς του αναφέρονται ο Απόστολος (Λούλης) Ευδαίμων και η Αθανασία Παπαθεοδώρου. Φίλοι της οικογένειας θυμούνται τον μικρό Αντώνη να δείχνει από την ηλικία των πέντε ετών ιδιαίτερη κλίση στη ζωγραφική, ακολουθώντας ίσως τα βήματα του πατέρα του, ο οποίος επίσης ζωγράφιζε.

Το φθινόπωρο του 1971 εισάγεται στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σε μια ταραγμένη πολιτικά και κοινωνικά εποχή. Η χώρα βρισκόταν ακόμη στη δικτατορία, ενώ το φοιτητικό κίνημα έβραζε. Η Αρχιτεκτονική Θεσσαλονίκης αποτελούσε έναν από τους πλέον ζωντανούς πυρήνες πολιτικής και καλλιτεχνικής ζύμωσης της εποχής.
Στα αμφιθέατρα και τα σχεδιαστήρια κυκλοφορούσαν χειρόγραφα περιοδικά, πολυγραφημένα έντυπα, αφίσες και τοιχοεφημερίδες, μέσα από τα οποία εκφραζόταν μια νέα γενιά που χρησιμοποιούσε το χιούμορ, τη σάτιρα και το σκίτσο ως μέσο παρέμβασης στην ασφυκτική καθημερινότητα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον διαμορφώθηκε καλλιτεχνικά ο νεαρός φοιτητής της Αρχιτεκτονικής, ερχόμενος σε επαφή με το σχέδιο, την εικονογράφηση και την έντονη πολιτιστική ζύμωση της εποχής.
Το 1977 παίρνει το δίπλωμά του και μετακομίζει στην Αθήνα. Ενώ ο ξάδελφός του Γιάννης Ευδαίμων ακολουθεί την υποκριτική, ο ίδιος επιλέγει πιο μοναχικές διαδρομές. Αποφεύγει τη δημόσια έκθεση και στρέφεται στη σκηνογραφία και την ενδυματολογία. Η πρώτη καταγεγραμμένη του δραστηριότητα συνδέεται με το «Άρμα Θέσπιδος». Εκεί συνεργάζεται στα έργα του Γιώργη Χριστοφιλάκη «Το Τάβλι», «Ελληνική Ποίηση» και «Το Τέλος», τα οποία παρουσιάζονται κατά τη θεατρική περίοδο 1977-1978.

Την ίδια εποχή ξεκινά μια σημαντική τετραετή συνεργασία με το θέατρο «Στοά» των Θανάση Παπαγεωργίου και Λήδας Πρωτοψάλτη. Πρόκειται για ένα από τα πιο δημιουργικά θεατρικά εργαστήρια της μεταπολιτευτικής Αθήνας. Εκεί αναλαμβάνει σκηνικά και κοστούμια στα μονόπρακτα του Μήτσου Ευθυμιάδη «Ο Φώντας», «Οι Ψόφιοι Κοριοί» και «Το Υπόστεγο» το 1977. Ακολουθούν οι «Θεατές» του Μάριου Ποντίκα το 1978, οι «Εσωτερικαί Ειδήσεις» του ίδιου συγγραφέα το 1979 και το έργο «Την Άλλη Κυριακή» του Σπύρου Παπαδογεωργίου το 1980.
Παράλληλα, από το 1979 αρχίζει η συνεργασία του με το «Θέατρο Τέχνης» του Καρόλου Κουν. Εκεί θα υπογράψει τα σκηνικά και τα κοστούμια σε τέσσερις παραγωγές: στις «Δάφνες και Πικροδάφνες» των Δημήτρη Κεχαΐδη και Ελένης Χαβιαρά κατά την περίοδο 1979-1980, στο «Ταξίδι Εργασίας» του Αλέξη Σεβαστάκη την ίδια περίοδο, στο «Σόι» του Γιώργου Αρμένη το 1980-1981 και στον «Γάμο» του Μάριου Ποντίκα την περίοδο 1980-1981.
Οι κριτικές που συνοδεύουν τη δουλειά του είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές για έναν τόσο νέο δημιουργό. Ο Μανώλης Σκουλούδης, γράφοντας στην «Ελευθεροτυπία» για τους «Θεατές» του Μάριου Ποντίκα, σημειώνει χαρακτηριστικά: «Τελειώνω με θερμό εγκώμιο για το σκηνικό και τον ρουχισμό του έργου από τον κ. Ευδαίμωνα». Ενώ η θεατρική του πορεία βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, επιχειρεί να εμφανιστεί και ως ζωγράφος. Από τις 13 έως τις 31 Οκτωβρίου 1980 παρουσιάζει την πρώτη ατομική του έκθεση στο γνωστό Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο «Ώρα», στο Σύνταγμα. Εκεί εκθέτει 29 ακουαρέλες με κεντρικό θέμα παιδικές μορφές εμπνευσμένες από φωτογραφικά στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής.

Η υποδοχή του από τους εικαστικούς κριτικούς είναι ιδιαίτερα θερμή. Η ιστορικός και κριτικός τέχνης Αθηνά Σχινά διακρίνει στα έργα του στοιχεία «ποιητικού νεορεαλισμού» και σημειώνει ότι ο δημιουργός κατορθώνει να υπερβεί τη γραφικότητα και το εύκολο συναίσθημα. Σύμφωνα με την ανάλυσή της, η επιλογή του παιδιού ως κεντρικού θέματος δεν σχετίζεται με την αθωότητα ή τη χαριτωμένη απεικόνιση, αλλά λειτουργεί ως μέσο κοινωνικού σχολιασμού. Μέσα από τις μορφές των παιδιών αναδύονται οι συνθήκες ζωής, οι κοινωνικές ανισότητες, οι διαψεύσεις και οι ματαιώσεις μιας ολόκληρης εποχής.
Και συνεχίζει: «Μέσα από το παράταιρα ταιριασμένο παιδικό κορμί, που ανθίζει σε ένα σκληρό ώριμο κεφάλι, καταγράφεται κάθε κοινωνική μαρτυρία, ασυμβατότητα και διάψευση, δεμένη και συμπληρωμένη με την αλλοτινή νοσταλγία των χαμένων ονείρων που μεταστοιχειωμένα μέσα από την ποίηση της στέρησης και τους καρπούς της ανέσπερης παιδικής πλήξης, αντιφεγγίζουν στο πρόσωπό του διαστάσεις τραγικές. Μέσα από θάμνους ή σύννεφα, κάτω από σκοτεινούς κάμπους, ξεπροβάλλουν χαμίνια, ψυχοκόρες, δουλάκια ή μικροαστοί, με μια αθώα σκληρότητα, μια κατηχητική μιζέρια, έναν υποταγμένο πόνο και μια άδολη χαρά στεφανωμένη με τις μνήμες της χαλκομανίας, συλλαβίζοντας κάποιο μακρινό και πενιχρό όνειρο».

Παρόμοια είναι και η εκτίμηση του κριτικού τέχνης Νίκου Αλεξίου, ο οποίος σημειώνει ότι ο Ευδαίμων ζωγραφίζει την παιδική ηλικία όχι για να αναδείξει τη χάρη και την τρυφερότητά της, αλλά για να εκφράσει «τη διαμαρτυρία, τον πόνο και τη συμπαράσταση στο σημερινό παιδί». Ακολουθεί ακόμη μία έκθεση στη γενέτειρά του, την Τρίπολη, στο πλαίσιο ομαδικής παρουσίασης Τριπολιτσιωτών καλλιτεχνών στον Φιλοτεχνικό Όμιλο της πόλης. Θα αποδειχθεί η τελευταία δημόσια εμφάνισή του ως ζωγράφου.

Λίγο αργότερα, τα ίχνη του σκηνογράφου και ζωγράφου Αντώνη Ευδαίμονα χάνονται σχεδόν απότομα. Την ίδια περίοδο, στα τέλη του 1980, κάνει την εμφάνισή του στο πρωτοποριακό περιοδικό «Βαβέλ» ένα κόμικ που εντυπωσιάζει αμέσως τόσο τον εκδότη όσο και τους αναγνώστες. Ο τίτλος του είναι «Κόκκορας». Η δουλειά που φτάνει στα γραφεία της «Βαβέλ» δεν θυμίζει σε τίποτα τις συνηθισμένες ερασιτεχνικές προσπάθειες νέων δημιουργών. Το σχέδιο, η αφηγηματική οικονομία και κυρίως το χιούμορ είναι ήδη ολοκληρωμένα. Ο δημιουργός υπογράφει ως «Αρκάς», στέλνει τα σκίτσα του μέσω μιας φίλης του και επιθυμεί να παραμείνει μακριά από κάθε προσωπική προβολή. Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το αντίθετο.

Οι αναγνώστες της «Βαβέλ» αρχίζουν να αναζητούν πληροφορίες για τον δημιουργό του ανασφαλούς Κόκκορα. Η πίεση γίνεται τόσο έντονη ώστε το περιοδικό δημοσιεύει τελικά ένα σκίτσο που υποτίθεται ότι απεικονίζει τον ίδιο τον Αρκά. Είναι η πρώτη και ουσιαστικά η τελευταία δημόσια «παρουσίασή» του. Κάποιοι από όσους κινούνταν τότε στον θεατρικό χώρο πίστεψαν ότι αναγνώριζαν στο σχέδιο τον νεαρό σκηνογράφο που είχε συνεργαστεί με τη Στοά, το Θέατρο Τέχνης και το Άρμα Θέσπιδος. Είναι το ίδιο πρόσωπο ή ο Αρκάς αντιγράφει την εικόνα του ;

Το μόνο βέβαιο, είναι ότι από εκείνο το σημείο και μετά ο σκηνογράφος και ζωγράφος Αντώνης Ευαδαίμων περνά οριστικά στην αφάνεια. Στη θέση του μένει μόνο ο Αρκάς. Η συνέχεια είναι γνωστή. Δεκάδες βιβλία, εκατομμύρια αναγνώστες και μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία της ελληνικής σάτιρας. Εκείνο που παρέμεινε σχεδόν άγνωστο είναι ότι πριν από τον Αρκά υπήρξε ένας δημιουργός που σχεδίαζε σκηνικά, έντυνε ηθοποιούς και παρουσίαζε ακουαρέλες σε αίθουσες τέχνης. Και ίσως σε εκείνα τα χρόνια να βρίσκονται οι ρίζες του κόσμου που αργότερα θα γνωρίζαμε μέσα από τα σκίτσα του Αρκά…



