Σε ποινή κάθειρξης πέντε ετών για τον καθένα καταδικάστηκε ζευγάρι από το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών, για υπόθεση κακοποίησης σκύλου που είχε σημειωθεί το 2021.
Συγκεκριμένα, το ζευγάρι ακρωτηρίασε την ουρά του κι έβαψε το τρίχωµά του µαύρο, προκειµένου να µην αναγνωρίζεται.
Η υπόθεση έφτασε στο ακροατήριο, µε τον ιδιοκτήτη του ζώου να δηλώνει στο δικαστήριο πως δεν επιθυµούσε να τιµωρηθούν οι κατηγορούµενοι για το αδίκηµα της υπεξαίρεσης, για το οποίο είχαν κατηγορηθεί παράλληλα µε το αδίκηµα της κακοποίησης. Το δικαστήριο συµφώνησε µε την καταδικαστική πρόταση της Εισαγγελέα, τους έκρινε ενόχους για το αδίκηµα βασανισµό ζώου κι επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε ετών στον κάθε κατηγορούµενο µε αναστολή µέχρι την έφεση και χρηµατική ποινή 5.000 ευρώ σε έκαστο. Παράλληλα, ξεκινούν και οι διαδικασίες για τη βεβαίωση του διοικητικού προστίµου, ύψους από 30.000 ως 50.000 ευρώ, για κάθε κατηγορούµενο.
Πώς αποκαλύφθηκε η υπόθεση
Ωστόσο, στην υπόθεση καταδείχθηκε, από τη δικηγόρο της Πανελλαδικής Φιλοζωικής και Περιβαλλοντικής Οµοσπονδίας, Ελένη Αρβανίτη, µια άλλη σηµαντική παράµετρος, αναφορικά µε τον τρόπο που λειτούργησαν κτηνίατροι, που επελήφθησαν στην υπόθεση Ειδικότερα, η κυρία Αρβανίτη επισηµαίνει: «Το ζώο απωλέσθηκε από την οικία του ιδιοκτήτη του τον Ιανουάριο του 2021 και άµεσα δηλώθηκε η απώλειά του στην Ασφάλεια Πατρών.
Το Φεβρουάριο το ζευγάρι µεταφέρει το σκυλί σε κτηνιατρείο της Πάτρας και ζητά να τοποθετηθεί ηλεκτρονική σήµανση. Ο κτηνίατρος ελέγχει το ζώο και δεν εντοπίζει την υπάρχουσα ηλεκτρονική σήµανση. Αφενός, λοιπόν, δεν προβαίνει, ως όφειλε, σε δήλωση εύρεσης στην Ασφάλεια και σπεύδει να τοποθετήσει ηλεκτρονική σήµανση και να ανοίξει βιβλιάριο στα στοιχεία της συζύγου. Αν είχε δηλωθεί η εύρεση του ζώου, φυσικά και θα είχε τελειώσει η περιπέτειά του. Το σκυλί παρέµεινε στα χέρια των κακοποιητών έως και τον Απρίλιο του 2021, όταν, για καλή του τύχη, αρρώστησε και οι κακοποιητές του το µεταφέρουν σε άλλο κτηνίατρο. Και εδώ εµφανίζεται ο κτηνίατρος της άλλης κατηγορίας, αυτός που εντοπίζει το αρχικό microchip, κάνει η σύγκριση µε τα στοιχεία του βιβλιαρίου και αντιλαµβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά. Συγκρατεί τον αριθµό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, ειδοποιεί τον συνάδελφό του και ζητά από τους κακοποιητές να επιστρέψουν άµεσα το ζώο στον ιδιοκτήτη του». Και προσθέτει: «Πέρασαν ακόµα µερικές ηµέρες “διαβούλευσης” του πρώτου κτηνιάτρου και των κακοποιητών, απαιτήθηκε η επέµβαση αστυνοµικών δυνάµεων και φιλοζωικής, µέχρι τελικά το ζώο να επιστρέψει στα χέρια της οικογένειάς του. Αν, όµως, όλοι οι κτηνίατροι ανήκαν στη δεύτερη κατηγορία, κανείς δεν θα τολµούσε τόσο εύκολα να ιδιοποιηθεί ένα ξένο ζώο και να έχει και τη δυνατότητα να το βασανίσει».
Και καταλήγει η κυρία Αρβανίτη, τονίζοντας: «Ο κτηνίατρος οφείλει όχι µόνο να γνωρίζει το Νόµο, αλλά και να ενηµερώνει τους πελάτες του, σχετικά µε την υποχρεωτική εφαρµογή του. Ο κτηνίατρος οφείλει να ενηµερώνει τις Αρχές, όταν εµφανίζεται στο κτηνιατρείο ένα ζώο που κινεί τις υποψίες και δηµιουργεί εύλογα ερωτήµατα για το αν έχει κλαπεί ή έχει εγκαταλειφθεί. Ο κτηνίατρος οφείλει να βοηθά, ώστε τα ζώα να µην κακοποιούνται».






















