Τα αποκαλυπτικά στοιχεία προκύπτουν από τις δύο μεγάλες μελέτες («Οικονομικός Χάρτης Κέρκυρας» και «Έρευνα Ικανοποίησης Επισκεπτών») που παρουσίασε το Επιμελητήριο Κέρκυρας στην Ιόνιο Ακαδημία, χαρτογραφώντας με ακρίβεια την επόμενη μέρα του προορισμού.
Σύμφωνα με τα δεδομένα της έρευνας, η τουριστική δραστηριότητα (καταλύματα, εστίαση, πρακτορεία, ενοικιάσεις) αντιπροσωπεύει πλέον το 36% της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας του νησιού. Ο κλάδος των καταλυμάτων πρωταγωνιστεί με έσοδα 614 εκατ. ευρώ, ενώ τα τουριστικά πρακτορεία καταγράφουν την υψηλότερη δυναμική, με αύξηση που ξεπέρασε το 60% την τελευταία τριετία. Παράλληλα, το εμπόριο παραμένει ο μεγαλύτερος κλάδος σε όρους πλήθους επιχειρήσεων, με περισσότερες από 2.900 ενεργές μονάδες και τζίρο που υπερέβη το ένα δισεκατομμύριο ευρώ ήδη από το 2023. Συνολικά, η οικονομική συνεισφορά της δραστηριότητας στο νησί εκτιμάται ότι ξεπερνά τα τρία δισεκατομμύρια ευρώ.
Η έρευνα ικανοποίησης, που διενεργήθηκε σε συνεργασία με την KPMG, ανέδειξε ότι το 96,1% των επισκεπτών θα συνιστούσε την Κέρκυρα σε άλλους, με τη φιλοξενία και το φυσικό περιβάλλον να βαθμολογούνται με άριστα. Ωστόσο, η μελέτη ανέδειξε και τις «γκρίζες ζώνες», καθώς ένας στους πέντε επισκέπτες εξέφρασε δυσαρέσκεια για το οδικό δίκτυο, ενώ η διαχείριση των απορριμμάτων και οι υποδομές λιμένων και αεροδρομίου καταγράφηκαν ως πεδία που χρήζουν άμεσης βελτίωσης.
Η υπουργός Τουρισμού, Όλγα Κεφαλογιάννη, σχολιάζοντας τα ευρήματα, υπογράμμισε τη στρατηγική σημασία των στοιχείων: «Η Κέρκυρα αποτελεί ναυαρχίδα του ελληνικού τουρισμού… Τα δεδομένα αυτά μας επιτρέπουν να σχεδιάσουμε με γνώμονα τη βιωσιμότητα. Η κυβέρνηση στηρίζει έμπρακτα τις αναπτυξιακές δυνατότητες του νησιού προωθώντας έργα υποδομής που επηρεάζουν άμεσα την εμπειρία των επισκεπτών». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο υφυπουργός Ναυτιλίας, Στέφανος Γκίκας, σημείωσε ότι η βελτίωση των λιμενικών υποδομών αποτελεί προτεραιότητα για την περαιτέρω ανάπτυξη του θαλάσσιου τουρισμού.
Η εκδήλωση κατέστησε σαφές ότι η Κέρκυρα διαθέτει ένα πανίσχυρο “brand”, όμως η διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς της εξαρτάται πλέον από τη βελτίωση των υποδομών και τη στροφή σε ένα μοντέλο που θα σέβεται την ποιότητα ζωής κατοίκων και επισκεπτών.