Η 19η Μαΐου αποτελεί, για τους απανταχού Έλληνες ποντιακής καταγωγής, μια ημέρα ορόσημο, ημέρα μνήμης και τιμής της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.
Παράλληλα, αποτελεί την κορύφωση των δράσεων για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας και του αγώνα για την πρόληψη και αποτροπή παρόμοιων εγκλημάτων. H Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος πραγματοποιεί κάθε χρόνο, ανήμερα την 19η Μαΐου, κεντρικές πανελλαδικές εκδηλώσεις Μνήμης και Τιμής για τα θύματα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.
Στην Αθήνα οι εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στην Πλατεία Συντάγματος όπου συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου, εκπρόσωποι ποντιακών σωματείων με παραδοσιακές φορεσιές με πιο συγκινητική την επίσημη αλλαγή της Προεδρικής Φρουράς στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, με Εύζωνους ενδεδυμένους με τη φορεσιά του Πόντιου Αντάρτη.
Ακολούθησε ομιλία του Πολιτικού διοικητή Αγίου Όρους, Στρατηγού εν αποστρατεία των Ενόπλων Δυνάμεων και επίτιμο αρχηγό ΓΕΣ Αλκιβιάδη Στεφανή, επιμνημόσυνη Δέηση, καταθέσεις στεφάνων στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και πορεία προς την Τούρκικη Πρεσβεία και Επίδοση Ψηφίσματος. Η Βουλή τίμησε σήμερα τη μνήμη των θυμάτων της Γενοκτονίας των Ποντίων με ενός λεπτού σιγή.
Στην ποντιακή κοινότητα οφείλουμε όχι μόνο χρέος μνήμης αλλά και χρέος ευγνωμοσύνης αναφέρει με ανάρτησή του ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
«Σήμερα, η καρδιά του Ελληνισμού χτυπά στον περήφανο ρυθμό της λύρας. Με αφορμή την Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, ανατρέχουμε με συγκίνηση σε ένα από τα πιο τραγικά κεφάλαια της σύγχρονης ιστορίας: τη συστηματική εξόντωση 353.000 συμπατριωτών μας.
112 χρόνια έχουν περάσει από τότε που ξεκίνησαν οι διωγμοί, οι εκτελέσεις, οι «πορείες θανάτου» στα βάθη της Ανατολίας, τα καταναγκαστικά τάγματα εργασίας, η μεταφορά αμάχων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Από τότε που μνημεία, εκκλησίες και μοναστήρια καταστράφηκαν και χωριά ολόκληρα παραδόθηκαν στις φλόγες.
Παρά τη χρονική απόσταση, ωστόσο, οι αναμνήσεις παραμένουν ολοζώντανες. Θυμόμαστε τις μητέρες που έχασαν τα παιδιά τους. Τους άνδρες που χωρίστηκαν βίαια από τις συζύγους τους. Τους γέροντες που ξεριζώθηκαν από τη γη όπου οι πρόγονοί μας είχαν ζήσει για πάνω από τρεις χιλιετίες.
Το συστηματικό σχέδιο εξάλειψης των χριστιανικών πληθυσμών και του πολιτισμού τους απέτυχε. Και απέτυχε διότι οι επιζώντες που έφθασαν στη νέα πατρίδα, δεν είχαν μαζί τους πολλά, πέρα από τις εικόνες των αγίων τους και ένα άσβεστο φως.
Αυτό που φώτισε τον δρόμο τους εδώ και τους επέτρεψε να μετατρέψουν τον πόνο σε προκοπή. Δεν αναβίωσαν απλώς ήθη και έθιμα. Έχτισαν νέες πόλεις, εμπλούτισαν την κουλτούρα μας και έγιναν η ραχοκοκαλιά του σύγχρονου κράτους. Στην ποντιακή κοινότητα οφείλουμε συνεπώς όχι μόνο χρέος μνήμης αλλά και χρέος ευγνωμοσύνης» αναφέρει ο πρωθυπουργός.
Ο δήμος Αθηναίων, όπως ανακοίνωσε ο δήμαρχος Χάρης Δούκας, θα προχωρήσει στην ανέγερση Μνημείου Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. «Η Αθήνα τιμά την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Οι Πόντιοι, παρά τον διωγμό και την προσφυγιά, κράτησαν ζωντανή την ιστορία, τη γλώσσα και την παράδοσή τους. Και έγιναν κομμάτι της δύναμης και της ταυτότητας της σύγχρονης Ελλάδας.
Ως ελάχιστο χρέος μας, προχωράμε στη δημιουργία Μνημείου Γενοκτονίας, για να μην επιτρέψουμε στη λήθη να σβήσει την ιστορική αλήθεια» ανέφερε ο Χ. Δούκας με ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα.
Γενοκτονία των Ποντίων: Τουρκικό θράσος – Κάνουν λόγο για «φρικαλεότητες των Ελλήνων»
Το άσπρο – μαύρο κάνει πάλι η Τουρκία, αυτή τη φορά για το ζήτημα της Γενοκτονίας των Ποντίων.
Μέσω ανακοίνωσης του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, επιχειρείται η αμφισβήτηση τη σχετική ιστορική αφήγηση και να στραφεί κατά της Ελλάδας, επεκτείνοντας την κριτική της ακόμη και στη Μικρασιατική Καταστροφή. Η τουρκική πλευρά εμφανίστηκε ενοχλημένη από τις αναρτήσεις της ελληνικής κυβέρνησης για τη 19η Μαΐου, ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων, την οποία η Τουρκία δεν αναγνωρίζει. Στην ανακοίνωση γίνεται λόγος για «νομικά αβάσιμες κατηγορίες» που, όπως υποστηρίζει η Άγκυρα, προβάλλονται από την Αθήνα και μάλιστα διδάσκονται στην εκπαίδευση.
Παράλληλα, το τουρκικό ΥΠΕΞ ξεκινά την τοποθέτησή του με αναφορά στη 19η Μαΐου 1919 και την απόβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, την οποία παρουσιάζει ως αφετηρία του «εθνικού αγώνα» της Τουρκίας απέναντι στις «κατοχικές δυνάμεις», στις οποίες συμπεριλαμβάνει και την Ελλάδα. Στη συνέχεια, η ανακοίνωση στρέφει τα πυρά της κατά της ελληνικής νομοθετικής αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ποντίων το 1994, κάνοντας λόγο για «ανυπόστατες κατηγορίες» και υποστηρίζοντας ότι η ελληνική πλευρά τις εντάσσει συστηματικά στην εκπαιδευτική διαδικασία μέσω του Υπουργείου Παιδείας.
Ανεβάζοντας περαιτέρω τους τόνους, η Άγκυρα επιχειρεί να συνδέσει την ποντιακή ιστορική μνήμη με τη Μικρασιατική Εκστρατεία, κάνοντας αναφορά στην αποτυχία της «Μεγάλης Ιδέας» και αποδίδοντας στον ελληνικό στρατό κατηγορίες για «εγκλήματα πολέμου» και «φρικαλεότητες», με επίκληση της Συνθήκης της Λωζάνης και ιστορικών εκθέσεων. Μάλιστα, η τουρκική πλευρά προχωρά ακόμη περισσότερο, καλώντας την Ελλάδα να αναγνωρίσει, όπως υποστηρίζει, φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν εις βάρος Τούρκων και άλλων πληθυσμών, με αναφορές σε ιστορικά γεγονότα όπως η Τρίπολη το 1821 και η Σμύρνη το 1919.
Κλείνοντας, το τουρκικό ΥΠΕΞ απευθύνει κάλεσμα προς την Αθήνα να εγκαταλείψει, όπως αναφέρει, τη «διαστρέβλωση της ιστορίας» και να υιοθετήσει στάση που θα ενισχύει την ειρήνη και τη συνεργασία στις διμερείς σχέσεις. Η ανακοίνωση έρχεται σε μια ημέρα υψηλού συμβολισμού για τον ποντιακό ελληνισμό, καθώς η 19η Μαΐου έχει καθιερωθεί στην Ελλάδα ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων, με τιμή στη μνήμη των εκατοντάδων χιλιάδων θυμάτων.
Γενοκτονία Ελλήνων του Πόντου: 107 χρόνια μετά, το τραύμα παραμένει ανοιχτό
Κάθε χρόνο, όταν το ημερολόγιο δείχνει 19 Μαΐου, η συλλογική μνήμη του Ελληνισμού επιστρέφει στα σοκάκια της Τραπεζούντας και στα παράλια του Ευξείνου Πόντου, εκεί όπου ένας πολιτισμός που άνθισε για τρεις χιλιετίες ξεριζώθηκε με τον πιο βίαιο τρόπο.
Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, αποτελεί μία από τις πιο μαύρες σελίδες του 20ού αιώνα. Με 353.000 νεκρούς και εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες, το τραύμα παραμένει ακόμη ζωντανό.
Ο Ποντιακός Ελληνισμός δεν ήταν μια απλή μειονότητα εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν ένας ζωντανός, ακμάζων οργανισμός που, παρά την απόσταση από τον εθνικό κορμό, κατάφερε να διατηρήσει άσβεστη την ελληνική του συνείδηση. Μετά το 1856 και την έκδοση του μεταρρυθμιστικού χάρτη Hatt-i Humayun, οι Έλληνες της περιοχής γνώρισαν μια εκρηκτική άνοδο.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο πληθυσμός άγγιζε τις 700.000. Οι πόλεις τους, η Τραπεζούντα, η Σαμψούντα, η Κερασούντα, η Αμάσεια, δεν ήταν μόνο εμπορικά κέντρα, αλλά και κοιτίδες γραμμάτων. Το 1919 υπολογίζεται ότι λειτουργούσαν 1.401 σχολεία, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας, που αποτελούσε τον «φάρο» της ελληνικής παιδείας στην Ανατολή. Οι Πόντιοι διέθεταν εφημερίδες, περιοδικά, θέατρα και λέσχες, αποδεικνύοντας ότι ο πολιτισμός τους δεν ήταν μόνο οικονομικός, αλλά βαθιά πνευματικός.
Ωστόσο, αυτή η πρόοδος έγινε το «κόκκινο πανί» για τον αναδυόμενο τουρκικό εθνικισμό. Η κατάρρευση της άλλοτε πανίσχυρης Σουλτανικής Ηγεμονίας και η άνοδος των Νεότουρκων το 1908 άλλαξαν τα πάντα. Οι υποσχέσεις για «ισονομία, δικαιοσύνη και αδελφοσύνη» μετατράπηκαν γρήγορα σε ένα στυγνό σχέδιο εκτουρκισμού της Μικράς Ασίας.
Οι τρεις φάσεις της Γενοκτονίας
Η εξόντωση των Ελλήνων του Πόντου κάθε άλλο παρά ένα τυχαίο ξέσπασμα βίας ήταν. Επρόκειτο για μια μεθοδική επιχείρηση που εξελίχθηκε σε τρεις διακριτές ιστορικές φάσεις:
1. Η περίοδος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1916)
Με την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου, το καθεστώς των Νεότουρκων έθεσε σε εφαρμογή την «έμμεση εξόντωση». Υπό την καθοδήγηση του Γερμανού στρατηγού Λίμαν φον Σάντερς, ο οποίος εισηγήθηκε τη βίαιη απομάκρυνση των χριστιανικών πληθυσμών από τα παράλια προς την ενδοχώρα, χιλιάδες άνδρες οδηγήθηκαν στα διαβόητα «Τάγματα Εργασίας» (Amele Taburu). Εκεί, χωρίς φαγητό, χωρίς νερό, δουλεύοντας σε λατομεία και ορυχεία κάτω από εξοντωτικές συνθήκες, οι Πόντιοι πέθαιναν από κακουχίες. Ήταν η «λευκή γενοκτονία»: ο θάνατος χωρίς τη σπατάλη σφαιρών.
2. Οι πορείες θανάτου (1916-1918)
Μετά τη ρωσική υποχώρηση από την Τραπεζούντα το 1918, οι βιαιοπραγίες εντάθηκαν. Οι εκτοπισμοί έγιναν ο κανόνας. Γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι αναγκάζονταν σε ατελείωτες πεζοπορίες μέσα στα χιόνια, με προορισμό το εσωτερικό της Ανατολίας. Όσοι δεν πέθαιναν από την πείνα ή το κρύο, έπεφταν θύματα των τσέτων (άτακτων τουρκικών συμμοριών). Μόνο στην επαρχία της Αμάσειας, από τους 72.000 εκτοπισμένους, το 70% έχασε τη ζωή του πριν καν φτάσει στον προορισμό του.
3. Οι αγριότητες του Κεμαλισμού (1919-1923)
Η πιο άγρια φάση ξεκινά στις 19 Μαΐου 1919, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα. Με το πρόσχημα της επιβολής της τάξης, εξαπέλυσε ένα κύμα τρομοκρατίας που δεν είχε προηγούμενο. Με τη βοήθεια εγκληματιών όπως ο Τοπάλ Οσμάν, ολόκληρα χωριά πυρπολήθηκαν με τους κατοίκους τους μέσα στις εκκλησίες. Τα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας» στην Αμάσεια το 1921 καταδίκασαν σε θάνατο την πνευματική και πολιτική ηγεσία του Πόντου, σφραγίζοντας τη μοίρα του ελληνισμού της περιοχής.
Η εξόντωση των Ελλήνων ήταν συστηματική και είχε στόχο την ολική εξαφάνιση ενός εθνικού και θρησκευτικού συνόλου, γι’ αυτό άλλωστε γίνεται λόγος για γενοκτονία. Επιπλέον οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν ήταν μελετημένες για να επιφέρουν το μέγιστο αποτέλεσμα με το ελάχιστο «κόστος». Αυτές ήταν η κοινωνική απομόνωση, με στόχο την διατάραξη των δεσμών της κοινότητας μέσω του εκτοπισμού, η ψυχολογική πίεση, καθώς τα θύματα έβλεπαν τις οικογένειές τους να αργοπεθαίνουν από πείνα και δίψα και τέλος η απόκρυψη αποδείξεων, δεδομένου ότι οι δολοφονίες γίνονταν μακριά από τα αστικά κέντρα, στις ερήμους και στα βουνά, ώστε να μην υπάρχουν μάρτυρες.
Αυτή η πολιτική δεν αφορούσε μόνο τον Πόντο, αλλά εντασσόταν σε ένα ευρύτερο σχέδιο εξόντωσης όλων των Χριστιανών της Ανατολής, συμπεριλαμβανομένων των Αρμενίων και των Ασσυρίων, γεγονός που καθιστά το έγκλημα αυτό ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Μαρτυρίες από την κόλαση

Μουσείο της Μέριμνας Ποντίων Κυριών, στην Θεσσαλονίκη(ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ/ΜΟΤΙΟΝΤΕΑΜ)
Οι αριθμοί, όσο μεγάλοι κι αν είναι, συχνά αποτυγχάνουν να μεταδώσουν το μέγεθος της ανθρώπινης οδύνης. Οι μαρτυρίες εκείνων που έζησαν τη φρίκη, ωστόσο, παραμένουν χαραγμένες στη συλλογική μνήμη.
«Δεν μας σκότωναν με σφαίρες, μας σκότωναν με τον δρόμο. Θυμάμαι τη μάνα μου να κρατά την αδερφή μου στην αγκαλιά. Περπατούσαμε μέρες στις χαράδρες. Όποιος έπεφτε κάτω από την πείνα ή το κρύο, οι τσέτες τον λόγχιζαν. Το χιόνι γινόταν κόκκινο. Όταν η αδερφή μου πέθανε, η μάνα μου δεν είχε δύναμη ούτε να σκάψει. Την άφησε κάτω από έναν θάμνο, την τύλιξε με το μαντήλι της και συνεχίσαμε να περπατάμε. Αν σταματούσαμε, θα πεθαίναμε όλοι», αναφέρει απόσπασμα από προφορική παράδοση επιζώντος της περιοχής Σάντας.
Αυτές οι «πορείες θανάτου» δεν είχαν προορισμό. Ο στόχος ήταν η εξάντληση. Οι εκτοπισμένοι υποχρεώνονταν να περπατούν κυκλικά στην έρημο ή στα βουνά μέχρι να καταρρεύσουν. Όπως σημείωναν Αυστριακοί διπλωμάτες της εποχής, ο δρόμος από τη Σαμψούντα προς το εσωτερικό ήταν γεμάτος από πτώματα που κανείς δεν προλάβαινε να θάψει.
Μία από τις πιο σκοτεινές και λιγότερο φωτισμένες πλευρές της Γενοκτονίας είναι η τύχη των παιδιών. Χιλιάδες ορφανά ή παιδιά που αρπάχτηκαν βίαια από τις οικογένειές τους, οδηγήθηκαν σε τουρκικά ορφανοτροφεία ή δόθηκαν σε εύπορες τουρκικές οικογένειες για να «εκτουρκιστούν».
Πολλά από αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν χωρίς να μάθουν ποτέ την πραγματική τους καταγωγή. Άλλα, πάλι, εξισλαμίστηκαν βίαια, αλλά κράτησαν τη γλώσσα και τις παραδόσεις τους ως «κρυπτοχριστιανοί». Στις μέρες μας, η επιστήμη του DNA φέρνει στο φως συγκλονιστικές ιστορίες ανθρώπων στην Τουρκία που ανακαλύπτουν πως οι γιαγιάδες ή οι παππούδες τους ήταν Έλληνες του Πόντου που «χάθηκαν» στις δίνες του 1919.
«Με πολλά βάσανα επιτέλους φτάσαμε στην Κερασούντα. Η πόλη ήταν γεμάτη από ρακένδυτους πρόσφυγες που έφυγαν από την τρομοκρατία των Τούρκων της υπαίθρου και συγκεντρώνονταν στις πόλεις. Εκεί, στην Κερασούντα, μας προειδοποίησαν οι συμπατριώτες μας ότι μαζεύουν όλους τους Έλληνες και τους μεν μεγάλους τους κλείνουν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου για να τους εξορίσουν κάθε φορά που συμπλήρωνε ο αριθμός των 250 ατόμων, τους δε μικρούς τους οδηγούν με μικρά καΐκια σ΄άγνωστα μέρη.
Στην εκκλησία δεν συμπληρώθηκε ποτέ ο αριθμός 250, γιατί εκεί χωρίς φαγητά, χωρίς νερό, μέσα στις ίδιες τους τις ακαθαρσίες, σε λίγες μέρες πέθαιναν οι περισσότεροι. Με τα ίδια μας τα μάτια είδαμε εγώ και ο αδελφός μου να μεταφέρουν τα παιδιά λίγο παρά έξω από την Κερασούντα κι εκεί να τα παραδίδουν στους άγριους Τσέτες αντάρτες. Αυτοί τα άρπαζαν από τα πόδια και χτυπούσαν τα κεφάλια τους πάνω στα μεγάλα βράχια της ακτής, μέχρι να πεθάνουν», αναφέρει μία από τις ανατριχιαστικές μαρτυρίες που περιέχονται στο βιβλίο «Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντο» του Χάρη Τσιρκινίδη.
Η ηρωική αντίσταση των Ποντίων
Απέναντι στον βέβαιο θάνατο, οι Πόντιοι δεν έσκυψαν το κεφάλι. Στα βουνά της Σάντας, της Μπάφρας και του Δυτικού Πόντου, οργανώθηκαν αντάρτικα σώματα. Οι Πόντιοι αγωνιστές, απομονωμένοι και χωρίς καμία βοήθεια από το επίσημο ελληνικό κράτος, το οποίο ήταν τότε απορροφημένο από τον Εθνικό Διχασμό και τις επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία, πολέμησαν ηρωικά για να προστατεύσουν τα γυναικόπαιδα.
Το αντάρτικο του Πόντου δεν ήταν μια προσπάθεια κατάκτησης εδαφών, αλλά ένας απεγνωσμένος αγώνας αυτοάμυνας. Ήταν η άρνηση ενός λαού να οδηγηθεί στη σφαγή χωρίς μάχη. Η δράση τους καθυστέρησε τις κεμαλικές δυνάμεις και έσωσε χιλιάδες ψυχές που κατάφεραν τελικά να βρουν καταφύγιο στη Ρωσία ή την Ελλάδα.
Απολογισμός με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και πρόσφυγες

Εκδηλώσεις μνήμης για την γενοκτονία των Ποντίων. Eurokinissi φωτογραφία αρχείου
Όταν το 1923 υπογράφηκε η Σύμβαση της Ανταλλαγής των Πληθυσμών, ο Πόντος ήταν πια έρημος. Ο απολογισμός είναι συγκλονιστικός: 353.000 νεκροί, αριθμός που αντιστοιχεί στον μισό περίπου πληθυσμό των Ελλήνων του Πόντου.
Όσοι επέζησαν, πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς. Κατέφθασαν στην Ελλάδα «γυμνοί και ξυπόλητοι», κουβαλώντας μαζί τους μόνο τα κλειδιά των σπιτιών τους (που πίστευαν ότι κάποτε θα ξανάνοιγαν), τις εικόνες των Αγίων και μια απέραντη πολιτιστική κληρονομιά. Οι Πόντιοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη, μετατρέποντας τις άγονες περιοχές σε εύφορη γη. Με την εργατικότητα, το πείσμα και τη βαθιά τους πίστη, αναζωογόνησαν το καθημαγμένο ελληνικό κράτος και άλλαξαν για πάντα τη δημογραφική και πολιτιστική εικόνα της χώρας.
Για πολλές δεκαετίες, η Γενοκτονία των Ποντίων παρέμενε ένα «σιωπηλό» τραύμα, θύμα των διπλωματικών ισορροπιών και της λήθης. Η ανατροπή ξεκίνησε το 1994, όταν η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε ομόφωνα τη Γενοκτονία και όρισε την 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης.
Σήμερα, το ζήτημα έχει ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα. Το 2007, η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (IAGS) αναγνώρισε επίσημα ότι οι διώξεις κατά των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων συνιστούν Γενοκτονία. Ψηφίσματα αναγνώρισης έχουν εκδώσει -εκτός από την Ελλάδα και την Κύπρο- η Αρμενία, η Σουηδία, η Ολλανδία και η Αυστρία, ενώ εννέα πολιτείες των ΗΠΑ, ανάμεσά τους η Καλιφόρνια και η Νέα Υόρκη, έχουν αναγνωρίσει το έγκλημα, ενώ η Γερουσία των ΗΠΑ κάνει συστηματικές αναφορές στη γενοκτονία των χριστιανικών μειονοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η Τουρκία συνεχίζει να αρνείται τα γεγονότα, αποδίδοντάς τα σε «απώλειες πολέμου». Ωστόσο, η αλήθεια είναι πλέον καταγεγραμμένη στα αρχεία των τότε διπλωματών (Αυστριακών, Γερμανών, Αμερικανών) που έγιναν αυτόπτες μάρτυρες της θηριωδίας.
Η φετινή ημέρα μνήμης πάντως έχει ξεχωριστή σημασία, καθώς την 19η Μαΐου, θα συζητηθεί το θέμα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από Νεότουρκους και κεμαλιστές στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο. Είναι η πρώτη φορά φτάνει προς συζήτηση το συγκεκριμένο θέμα στην αίθουσα του Ευρωκοινοβουλίου, γεγονός που δημιουργεί πολύ μεγάλες ελπίδες και προσδοκίες, για διεθνοποίηση του ζητήματος της Γενοκτονίας.
Η 19η Μαΐου δεν είναι μια ημέρα μίσους. Είναι μια ημέρα δικαιοσύνης. Η αναγνώριση μιας γενοκτονίας δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αφορά το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας. Όπως αναφέρει και το ψήφισμα της IAGS, η άρνηση μιας γενοκτονίας είναι το «έσχατο στάδιο» του ίδιου του εγκλήματος, καθώς προετοιμάζει το έδαφος για μελλοντικές θηριωδίες.
Ο Ποντιακός Ελληνισμός, παρά τον ξεριζωμό, κατάφερε να επιβιώσει και να μεγαλουργήσει. Η λύρα του Πόντου, που θρηνεί για τους 353.000 νεκρούς, ταυτόχρονα τραγουδά για τη ζωή που συνεχίζεται. Τα παιδιά και τα εγγόνια των προσφύγων κρατούν τη φλόγα αναμμένη, όχι για να μείνουν εγκλωβισμένοι στο παρελθόν, αλλά για να θυμίζουν σε όλο τον κόσμο ότι κανένας λαός δεν πρέπει να υποστεί ξανά τέτοια φρίκη.
107 χρόνια μετά, η μνήμη παραμένει ζωντανή. Η Ιστορία δεν παραγράφεται. «Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο», μια υπόσχεση που ο Ποντιακός Ελληνισμός κρατά ζωντανή κάθε μέρα, με κάθε χορό, με κάθε τραγούδι, με κάθε διεκδίκηση.
- Παναθηναϊκός: Ξεκίνησε η «μάχη» για τα εισιτήρια διαρκείας στο ΟΑΚΑ – Προτεραιότητα για το νέο γήπεδο
- Γιατί γελάνε στη Θεσσαλονίκη με τη «μυστήρια οσμή» στα Νότια Προάστια στην Αττική – Τι λέει καθηγητής του ΑΠΘ στο EleftherosTypos.gr
- Πύρινη κόλαση στην Καλιφόρνια: Η φωτιά «κατάπιε» χιλιάδες στρέμματα – Μαζικές εκκενώσεις και φόβοι για αναζωπυρώσεις















![Πλεύση Ελευθερίας: Viral η ένσταση σε μπακαλοτέφτερο [δείτε εικόνα]](https://www.eleftherostypos.gr/wp-content/uploads/2026/04/konstantopoulou-1-300x200-jpeg.webp)







![Αλέξης Τσίπρας: Ίδια κόλπα με το #askTsipras, 11 χρόνια μετά [δείτε βίντεο]](https://www.eleftherostypos.gr/wp-content/uploads/2026/07/tsipras-1024x683.jpg)