Στο εδώλιο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου κάθισε σήμερα (5/6) ο άλλοτε επικεφαλής του Εθνικού Θεάτρου, Δημήτρης Λιγνάδης καταδικασμένος σε πρώτο βαθμό σε 12ετη κάθειρξη για υπόθεση σεξουαλικής βίας κατά ανηλίκων αγοριών. Η δίκη του σε δεύτερο βαθμό είχε προσδιοριστεί για σήμερα μετά από τρεις αναβολές που έχουν δοθεί στην εκδίκασή της.
Ο Λιγνάδης τον Ιούλιο του 2022 καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε συνολική ποινή κάθειρξης 12 ετών καθώς κρίθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία (4 προς 3) για τους βιασμούς δύο 17χρονων, στην Αθήνα και στην Επίδαυρο, το 2015. Ο καλλιτέχνης αθωώθηκε από το ΜΟΔ για άλλους δύο βιασμούς, ενός 16χρονου και ενός ενήλικα άντρα ο οποίος δεν είχε εμφανιστεί στο δικαστήριο. Με απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο Δημήτρης Λιγνάδης είναι ελεύθερος με όρους καθώς του είχε δοθεί αναστολή στην έφεση. Για την υπόθεση είχε παραμένει προσωρινά κρατούμενος 17 μήνες.
Το Εφετείο καλείται να κρίνει σχεδόν από το μηδέν την υπόθεση του ηθοποιού, ο οποίος είναι αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο να τύχει αυστηρότερης ποινικής μεταχείρισης με μεγαλύτερη ποινή, από αυτήν της πρώτης δίκης. Το δικαστήριο διέκοψε τη διαδικασία και όρισε νέα συνεδρίαση για τις 17 Ιουνίου, ημερομηνία κατά την οποία αναμένεται να ανακοινωθεί η απόφαση επί των ενστάσεων που έχουν κατατεθεί.
Οι ενστάσεις και η θέση των πλευρών
Κατά την έναρξη της δίκης, οι συνήγοροι υπεράσπισης υπέβαλαν ένσταση κατά της εισαγγελικής έφεσης, τόσο ως προς την εκδίκαση της τρίτης υπόθεσης για την οποία ο σκηνοθέτης είχε αθωωθεί πρωτοδίκως, όσο και για το ύψος των ποινών.
«Η έφεση είναι άκυρη γιατί παραθέτει μόνο εξιστόρηση περιστατικού. Δεν αντικρούει απαλλακτικό σκεπτικό παρά μόνο ως προς χρονικό προσδιορισμό που κι αυτό γίνεται με τρόπο αντιδικονομικό. Θα είναι παραβίαση της νομολογίας του Αρείου Πάγου αν γίνει δεκτή. Εμφανίζεται κάποιος 10 χρόνια μετά και λέει μου έκανε αυτό χωρίς κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Αντιθέτως υπάρχουν στοιχεία ότι δεν ισχύει η καταγγελία», σημείωσε ο συνήγορος υπεράσπισης Σταύρος Γεωργιόπουλος. Η εισαγγελέας του Μικτού Ορκωτού Εφετείου πρότεινε να γίνει δεκτή η ένσταση μόνο ως προς την τρίτη υπόθεση, ενώ εισηγήθηκε την απόρριψή της για το σκέλος που αφορά το ύψος των ποινών. «Θα πρέπει να έχει εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έφεση, άλλως απορρίπτεται ως αβάσιμη. Μόνο παράθεση γεγονότων δεν αρκεί εφόσον δεν αντικρούει με αποδεικτικά μέσα την αθωωτική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση η εισαγγελέας δεν αντικρούει τους συλλογισμούς αθωωτικής κρίσης. Επομένως, η έφεση της εισαγγελέως για την μια απαλλακτική πράξη πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη», ανέφερε χαρακτηριστικά. Παράλληλα πρόσθεσε πως «θεωρώ πως είναι επαρκώς αιτιολογημένη η έφεση και η ένσταση πρέπει να απορριφθεί».

