Σύμφωνα με τα τελικά συμπεράσματα των επιστημόνων, η πιθανότερη πηγή του φαινομένου εντοπίζεται στη θαλάσσια περιοχή νοτιοανατολικά της Σαλαμίνας, με τις ενδείξεις να παραπέμπουν σε δραστηριότητα πλοίου που βρισκόταν εκείνη την ώρα στην περιοχή.
Οι ερευνητές αξιοποίησαν 164 αναφορές πολιτών, μετεωρολογικά δεδομένα υψηλής ακρίβειας και εξειδικευμένα τρισδιάστατα μοντέλα προσομοίωσης, προκειμένου να ανασυνθέσουν την πορεία των αέριων μαζών. Μέσα από τη διαδικασία αυτή, σύμφωνα με το ρεπορτάζ των ΝΕΩΝ κατέγραψαν τη διασπορά της οσμής, η οποία εξαπλώθηκε από τις παράκτιες περιοχές προς το κέντρο της Αθήνας, αλλά και προς βόρεια, δυτικά και ανατολικά, με τη μεγαλύτερη ένταση να παρατηρείται μεταξύ 12:00 και 15:00.
Όπως εξηγεί ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας AtmoHUB και διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Βασίλης Αμοιρίδης, οι επιστήμονες «γύρισαν πίσω τον χρόνο» μέσω προσομοιώσεων, ακολουθώντας αντίστροφα την πορεία των αερίων μαζών για να εντοπίσουν την προέλευσή τους.
Το επικρατέστερο σενάριο δείχνει ότι η οσμή σχετίζεται με κάποιο πλοίο, πιθανόν μεταφοράς υγραερίου (LPG), που βρισκόταν νοτιοανατολικά της Σαλαμίνας. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η ουσία που προκάλεσε την αναστάτωση ενδέχεται να ήταν προπάνιο ή βουτάνιο.
Οι συγκεκριμένες ουσίες είναι από τη φύση τους άοσμες. Ωστόσο, στις μεταφορές και τη διαχείρισή τους προστίθενται ειδικές χημικές ενώσεις, γνωστές ως μερκαπτάνες, ώστε να γίνεται εύκολα αντιληπτή οποιαδήποτε διαρροή μέσω της χαρακτηριστικής έντονης μυρωδιάς.
Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι τα διαθέσιμα δίκτυα παρακολούθησης της ατμόσφαιρας δεν κατέγραψαν άλλους ρύπους που θα μπορούσαν να εξηγήσουν το φαινόμενο, ενώ αποκλείστηκε τόσο το ενδεχόμενο διαρροής φυσικού αερίου όσο και η φυσική προέλευση της οσμής.
Παράλληλα, τονίζεται ότι το προπάνιο και το βουτάνιο δεν θεωρούνται τοξικές ουσίες για τον άνθρωπο στις συγκεντρώσεις που εκτιμάται ότι καταγράφηκαν. Παρ’ όλα αυτά, η έντονη οσμή προκάλεσε ανησυχία σε χιλιάδες κατοίκους και ανέδειξε την ανάγκη καλύτερης διαχείρισης αντίστοιων περιστατικών στο μέλλον.
Οι επιστήμονες εξέτασαν και ένα δεύτερο ενδεχόμενο, σύμφωνα με το οποίο η οσμή θα μπορούσε να έχει προέλθει από την περιοχή της Ψυττάλειας. Ωστόσο, η ανάλυση των διαθέσιμων δεδομένων και των μαρτυριών κατέληξε ότι αυτό το σενάριο συγκεντρώνει σημαντικά λιγότερες πιθανότητες.
Ειδικοί επισημαίνουν ότι αν είχαν ληφθεί δείγματα αέρα την ώρα που εκδηλωνόταν το φαινόμενο, θα μπορούσε να προσδιοριστεί με ακρίβεια η ουσία που προκάλεσε τη δυσοσμία και όχι μόνο να εξαχθούν συμπεράσματα μέσω προσομοιώσεων.
Την ημέρα του περιστατικού πραγματοποιήθηκαν έλεγχοι από την Πυροσβεστική και το Λιμενικό, ενώ εξετάστηκαν και πλοία μεταφοράς αερίου που βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή. Ωστόσο, δεν καταγράφηκε κάποιο επίσημο περιστατικό που να συνδέθηκε άμεσα με τη μυστηριώδη οσμή, η οποία εξακολουθεί να μην έχει εξηγηθεί πλήρως σε επίσημο επίπεδο.

