Μέσω διαδοχικών επαφών σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, η Αθήνα επαναφέρει µε επιµονή το αίτηµα για την απόκτηση του προηγµένου πυραύλου αέρος-αέρος AIM-120D-3 AMRAAM. Αυτή δεν είναι μια απλή αναβάθµιση του οπλοστασίου της χώρας μας, αφού ο AIM-120D-3 αποτελεί έναν πραγµατικό game changer στην εναέρια υπεροχή, ικανό να µεταβάλει δραστικά την ισορροπία δυνάµεων στο Αιγαίο και την ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο, ιδιαίτερα όταν ενσωµατωθεί στα µελλοντικά ελληνικά F-35 Lightning II και τα αναβαθµισµένα F-16 Viper.
Το αίτηµα της Αθήνας έρχεται σε µια περίοδο κατά την οποία η γεωπολιτική θέση της χώρας μας έχει ενισχυθεί σηµαντικά, αφού η Ελλάδα αναδεικνύεται σε σταθερό και αξιόπιστο εταίρο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ σε µια περιοχή υψηλής αστάθειας.
Η συµµετοχή σε διεθνείς αποστολές, η διαλειτουργικότητα µε αµερικανικές δυνάµεις και η απόκτηση µαχητικών πέμπτης γενιάς δηµιουργούν ένα ισχυρό πλαίσιο που καθιστά την αποδέσµευση των AIM-120D-3 όχι µόνο δίκαιη, αλλά και στρατηγικά λογική. Σε σχέση µε τις υφιστάµενες εκδόσεις AIM-120C-7 που διαθέτει σήµερα η ελληνική Πολεµική Αεροπορία, ο AIM-120D-3 προσφέρει σηµαντικά µεγαλύτερη εµβέλεια (που ξεπερνά τα 160 χλμ. σε ιδανικές συνθήκες), εκτεταµένη ζώνη no escape, αµφίδροµο data link για συνεχή ενηµέρωση, καλύτερη αντοχή σε ηλεκτρονικό πόλεµο και GPS assisted καθοδήγηση.
Αυτές οι δυνατότητες, όταν συνδυαστούν µε τα προηγµένα ραντάρ και τα συστήµατα Stealth των F-35 ή µε τα AESA ραντάρ των Viper, δίνουν στα ελληνικά µαχητικά τη δυνατότητα να εµπλέκουν απειλές από πολύ µεγαλύτερες αποστάσεις, µειώνοντας τον κίνδυνο για τα ίδια τα αεροσκάφη.