Πολλά και σοβαρά λάθη στην κτηματογράφηση διαπιστώνουν οι συμβολαιογράφοι

16/11/16 • 19:50 | UPD 16/11/16 • 19:50

Την ύπαρξη πολλών και σοβαρών λαθών στις μελέτες κτηματογράφησης, τόσο κατά το πιλοτικό στάδιο της λειτουργίας των μεταβατικών κτηματολογικών γραφείων, όσο και στις νεότερες μελέτες, διαπιστώνει η συντονιστική επιτροπή Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδας.

Η συντονιστική επιτροπή προσθέτει δε, ότι σημαντικό ποσοστό ακινήτων δεν έχουν δηλωθεί, παρά την ολοκλήρωση της κτηματογράφησης της περιοχής στην οποία βρίσκονται, ενώ τα λάθη επίσης στις αρχικές δηλώσεις είναι πάρα πολλά. Π.χ. στην Ανατολική Αττική και στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης το ποσοστό των συνολικών λαθών ανέρχεται σε 70%.

Ειδικότερα, όπως υπογραμμίζουν σε ανακοίνωσή τους οι συμβολαιογραφικοί σύλλογοι ύστερα από ημερίδα που πραγματοποιήθηκε σχετικά με το έργο, «στις αρχικές εγγραφές τα λάθη οφείλονται κυρίως σε δομικά προβλήματα του Κτηματολογίου. Βασικότερο όλων το γεγονός, ότι οι πολίτες, εντελώς ξένοι προς την νοοτροπία του κτηματολογίου και με έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με την υποχρέωσή τους να δηλώσουν εγκαίρως και σωστά, δηλαδή αξιοποιώντας τους υφιστάμενους μετεγγραμμένους τίτλους ιδιοκτησίας τα εμπράγματα δικαιώματά τους, κλήθηκαν να υποβάλλουν δηλώσεις οι ίδιοι, για τα ακίνητα των κτηματογραφούμενων περιοχών».

Επιπλέον, προσθέτουν ότι «στο αρχικό στάδιο ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης της χώρας, το Ελληνικό Δημόσιο, εξαιρέθηκε της δήλωσης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του με την –τουλάχιστον- επιπόλαιη, αποδεδειγμένα όμως, επικίνδυνη σκέψη των υπευθύνων για την οργάνωση του έργου, ότι ούτως ή άλλως τα μη δηλωμένα ακίνητα, φερόμενα ως αγνώστου ιδιοκτήτη, θα περιέλθουν στο Δημόσιο όταν εκπνεύσει η προθεσμία της διόρθωσης των αρχικών εγγραφών. Κατά συνέπεια, πολλές από τις εσφαλμένες αρχικές εγγραφές, βασίσθηκαν σε ψευδείς ή ελλιπείς δηλώσεις των δικαιούχων ή των φερόμενων ως δικαιούχων, οι οποίοι είτε δήλωσαν εσφαλμένα ή και αναληθή δικαιώματα επί ακινήτων, τα οποία δεν τους ανήκαν, είτε υπέδειξαν εσφαλμένες θέσεις ή όρια των ακινήτων τους, είτε δεν δήλωσαν καθόλου την ακίνητη περιουσία τους, αδιαφορώντας για τη διαδικασία της σύνταξης κτηματολογίου και θεωρώντας ότι είναι ″καλυμμένοι″ νομικά από την ύπαρξη των μετεγγραμμένων στο υποθηκοφυλακείο τίτλων τους».

Ως άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα ελλιπούς οργάνωσης, αναφέρεται το γεγονός ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δεν δήλωσαν, όπως θα έπρεπε, τα εγγεγραμμένα υπέρ αυτών βάρη επί των κτηματογραφούμενων ακινήτων, με συνέπεια να γεννάται σοβαρότατο ζήτημα ασφάλειας δικαίου για τις αρχικές εγγραφές.

Επίσης, συνεχίζουν, από την εμπειρία της λειτουργίας των μεταβατικών κτηματολογικών γραφείων, έχουν αναδειχθεί πολυάριθμες περιπτώσεις εσφαλμένης καταγραφής των γαιών, με συνέπεια αστικά ακίνητα να φέρονται ως αγροί και παραθαλάσσια να εμφανίζονται στα όρη της νησιωτικής Ελλάδος. Συνέπεια αυτού ήταν να απαιτηθεί ακόμη και επανακτηματογράφηση ολοκλήρων περιοχών, όπως στην Λευκάδα, την Χίο και τη Λέσβο.
Όπως σχολιάζουν οι συμβολαιογραφικοί σύλλογοι, «η φύση των νομικών ζητημάτων που ανέκυψαν κατά την διαδικασία των εξωδίκων και δικαστικών τρόπων