Ιερός πόλεμος

Τα επόμενα βήματα της Μόσχας στον «πόλεμο» με το Φανάρι

23/09/18 • 08:52 | UPD 23/09/18 • 08:52

ΒΑΛΙΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Ο πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος συνεχίζει να «πληγώνει» το Φανάρι ύστερα από την αναγνώριση της αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

Το Πατριαρχείο Μόσχας αναζητά τρόπους να «πληγώσει» το Φανάρι. Αφού σε πρώτη φάση αποφάσισε να διακόψει τη μνημόνευση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου ως αντίποινα στην ενέργεια να εγκρίνει την ανεξαρτητοποίηση και την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας, τώρα «μετρά» τις δυνάμεις του, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερους συμμάχους στους κόλπους της Ορθοδοξίας.

Το αυτοκέφαλο θα ενισχύσει την Ουκρανία, η Ρωσική Εκκλησία φοβάται ότι θα χάσει την ακτινοβολία της και ένα σημαντικό μέρος του πολυπληθούς ποιμνίου της. Για αυτό και με τη στήριξη του Κρεμλίνου απειλεί το Φανάρι πως εάν αναγνωρίσει, όπως έχει το δικαίωμα με βάση τους Ιερούς Κανόνες, την ορθόδοξη Ουκρανική Εκκλησία-«Πατριαρχείο Κιέβου», τότε θα προχωρήσει σε σχίσμα.

Το Πατριαρχείο Μόσχας, το οποίο πίσω από την υπόθεση αυτοκεφαλίας «βλέπει» ακόμη και οργανωμένο σχέδιο των ΗΠΑ με στόχο την αποδυνάμωσή του, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν προτίθεται να χαμηλώσει τους τόνους. Αντιθέτως, θα συνεχίσει να επιδίδεται σε έναν άνευ προηγούμενο πόλεμο κατά του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Το επόμενο βήμα του είναι να προσπαθήσει με κάθε τρόπο και μέσο να δυναμώσει την επιρροή του στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή και παράλληλα να ενισχύσει τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα πατριαρχεία και τις ορθόδοξες Εκκλησίες.

Δεν είναι, άλλωστε, τυχαία η έκκληση που απηύθυνε η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας προς τους ορθόδοξους προκαθήμενους, μετά την απόφασή της να σταματήσει τη μνημόνευση του κ.κ. Βαρθολομαίου και το συλλείτουργο με την Ιεραρχία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και να αναστείλει τη συμμετοχή της στις επισκοπικές συνελεύσεις και τους θεολογικούς διαλόγους όπου προεδρεύουν εκπρόσωποί του.

«Αυτή τη δύσκολη στιγμή στρεφόμεθα προς τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες για την υποστήριξη, καλούμε τους Προκαθημένους των Εκκλησιών να συνειδητοποιήσουν την κοινή μας ευθύνη για την πορεία της Οικουμενικής Ορθοδοξίας και να ξεκινήσουμε την αδελφική Πανορθόδοξη συζήτηση της εκκλησιαστικής καταστάσεως στην Ουκρανία», αναφέρει σε δήλωσή της.

Εάν και εφόσον καταφέρει να κερδίσει την υποστήριξη όσο το δυνατόν περισσότερων προκαθημένων -«κάτι αρκετά δύσκολο», σχολιάζουν γνώστες των εκκλησιαστικών ζητημάτων-, τότε θα προσπαθήσει να πιέσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο να συγκαλέσει «σύνοδο κορυφής», πανορθόδοξη σύναξη δηλαδή, ώστε η απόφαση για την απόδοση αυτοκέφαλου στους Ουκρανούς να ληφθεί κατά πλειοψηφία.

Πάντως, ο κ.κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος από την πρώτη ημέρα της ενθρόνισής του αποσκοπεί πάντοτε στην ενότητα της Ορθοδοξίας, ως φαίνεται δεν είναι διατεθειμένος να «κάνει βήμα πίσω», με κορυφαία στελέχη στο Φανάρι να διαμηνύουν προς πάσα κατεύθυνση ότι «το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν φοβάται τις απειλές και δεν εκβιάζεται».
Μάλιστα, περιγράφοντας ο ίδιος το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα είχε αναφέρει στη διάρκεια της ομιλίας του (αρχές του μήνα) στη σύναξη των ιεραρχών ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο «προέβη προ ετών εις έκκλησιν προς το Πατριαρχείον Μόσχας, όπως από κοινού μετ’ αυτού επιληφθώσι, διά των ενδεδειγμένων κανονικών ενεργειών, της θεραπείας της εν Ουκρανία δημιουργηθείσης ανωμάλου εκκλησιαστικής καταστάσεως».

Για αυτό και -σημείωσε- συνεστήθη μια κοινή ad hoc επιτροπή «από των εργασιών της οποίας, όμως, συντόμως και αδικαιολογήτως η Μόσχα απεσύρθη, εγκαταλειφθείσης ούτως, υπαιτιότητι αυτής, πάσης περαιτέρω προσπαθείας προς επίλυσιν του σοβαρού εκκλησιαστικού τούτου προβλήματος. Αι επανειλημμέναι εκκλήσεις της ημετέρας Μετριότητος προς τον Μακαριώτατον Πατριάρχην Μόσχας, όπως γένηται εκ νέου έναρξις των σχετικών διαπραγματεύσεων προς αποκατάστασιν της εν Ουκρανία εκκλησιαστικής ανωμαλίας, έπεσον εις το κενόν, διότι ουδεμία εκ μέρους αυτού υπήρξεν ανταπόκρισις».

Απευθυνόμενος στους ιεράρχες, ο Οικουμενικός Πατριάρχης πρόσθεσε: «Αντιλαμβάνεσθε, όθεν, ότι αι φημολογίαι περί του ότι η Κωνσταντινούπολις έθεσεν αίφνης επί τάπητος το Ουκρανικόν πρόβλημα, διά να εκδικηθή δήθεν την Ρωσσίαν διά την μη μετοχήν αυτής εις την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον, είναι μύθος και ψεύδος, πάντα δε ταύτα αποσκοπούσιν εις την εκτροπήν της προσοχής ημών από της εστίας του προβλήματος. Εις το αρχείον του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπάρχουσιν αι σχετικαί επιστολαί, αι οποίαι εστάλησαν προ της Μεγάλης Συνόδου προς την αδελφήν Εκκλησίαν της Ρωσσίας, ώστε να υπάρξη εκκλησιαστική ευαισθητοποίησις από πλευράς αυτής διά την επίλυσιν του κεντρικής σημασίας τούτου ζητήματος, το οποίον, σημειωτέον, διχάζει ένα ολόκληρον λαόν 45.000.000 πιστών».

Η στάση των προκαθημένων της Ορθοδοξίας

Σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ποια στάση θα κρατήσουν οι προκαθήμενοι της Ορθοδοξίας που παρακολουθούν με μεγάλη ανησυχία τις εξελίξεις. Θετικά είναι για την ώρα τα μηνύματα στήριξης που φτάνουν στο Φανάρι από την Αθήνα, τα Τίρανα, την Κύπρο. Με τις θέσεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αναμένεται να συνταχθεί ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος, αν και διατηρεί καλές σχέσεις με τη Μόσχα, αλλά και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος. Για τη Ρουμανία υπάρχει η αίσθηση ότι τελικά θα βρεθεί στο πλευρό του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και μπορεί η στήριξη της Ελλαδικής Εκκλησίας στο πρόσωπο του κ.κ. Βαρθολομαίου να θεωρείται δεδομένη, ωστόσο ξάφνιασε η δήλωση για το Ουκρανικό του μητροπολίτη Κυθήρων Σεραφείμ.

Ο ιεράρχης, αναφερόμενος στην απόφαση της Μόσχας να διακόψει τη μνημόνευση του κ.κ. Βαρθολομαίου, υποστήριξε, ανάμεσα στα άλλα, ότι «εις αυτό το θλιβερό και αξιοθρήνητο αποτέλεσμα οδήγησε η εμμονή του Οικουμενικού Πατριαρχείου να εκχωρήσει την αυτοκεφαλία εις τους σχισματικούς της Ουκρανίας οι οποίοι είναι αποκεκομμένοι από την Αγία μας Ορθόδοξη Εκκλησία (…) και αποτελούν την συντριπτική μειοψηφία του ουκρανικού λαού». Από την άλλη πλευρά, με το Πατριαρχείο Μόσχας δεν αποκλείεται να «συμμαχήσουν» τα Πατριαρχεία Σερβίας, Βουλγαρίας, Αντιοχείας και η Εκκλησία της Πολωνίας.

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής