Ζητούν την παραίτησή του

Σάλος με την «ωμή παρέμβαση» Κοντονή στην Δικαιοσύνη

10/12/17 • 18:15 | UPD 10/12/17 • 18:18

«Καταγγέλλω από το βήμα αυτό τον υπουργό Δικαιοσύνης για »ωμή» παρέμβαση στην Δικαιοσύνη» τόνισε εκτός εαυτού ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας Νικόλαος Σακελλαρίου απευθυνόμενος στον Σταύρο Κοντονή, με αφορμή τις δηλώσεις πόθεν έσχες των δικαστικών λειτουργών.

«Μετά την τελευταία τοποθέτησή μου ανήμερα της επετείου αποκατάστασης της δημοκρατίας ήλπιζα να είχε τερματιστεί η στείρα αντιπαράθεση δικαιοσύνης και κυβέρνησης» είπε ο πρόεδρος του ΣτΕ Νίκος Σακελλαρίου για να συνεχίσει: «Είδα όμως η αντιπαράθεση αυτή να αναζωπυρώνεται σήμερα σε αυτή την αίθουσα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Καταγγέλλω ωμή παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης από το βήμα αυτό. Υποδείξεις δεν δεχόμεθα από πουθενά. Είμαστε σε δύσκολο σταυροδρόμι. Είμαστε στο σκοτάδι που μας έβαλαν τα μνημόνια. Χρειάζεται ενότητα. Δεν είναι δυνατόν ορισμένοι να διανοούνται ότι δεν υπάρχουν δικαστήρια. Καλώ για τελευταία φορά σε αυτοσυγκράτηση. Δεν μπορώ να τοποθετηθώ για το πόθεν έσχες γιατί η υπόθεση βρίσκεται σε διάσκεψη. Οι δικαστικές αποφάσεις, θέλει δεν θέλει κανείς, πρέπει να γίνονται σεβαστές, γιατί αυτό ορίζει το σύνταγμα. Τη δημοκρατική νομιμοποίηση μας, μας την παρέχει το Σύνταγμα. Υπάρχουν όρια στα λόγια παρουσία μου, κύριε υπουργέ, ήταν άκαιρη η παρέμβαση.

Λυπάμαι πολύ που αναγκάζομαι να υιοθετήσω τέτοιους τόνους. Δεν θα κάνουμε υποχωρήσεις στην άσκηση των καθηκόντων μας».

Νωρίτερα αντιπαράθεση υπήρξε και με τον πρόεδρο της ένωσης εισαγγελέων Δημήτρη Ασπρογέρακα, μετά τα όσα είπε ο Σταύρος Κοντονής για καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης, υπονοώντας την καθυστέρηση της έκδοσης του βουλεύματος με εμπλεκόμενο τον Βαγγέλη Μαρινάκη, αλλά τις αναφορές του στο πόθεν έσχες των δικαστών.

«Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς σε όλα. Υπάρχουν προβλήματα όταν ένα βούλευμα κάνει να εκδοθεί πάνω από ένα χρόνο από όταν ο αρμόδιος εισαγγελέας παρέδωσε την πρόταση. Το κρίσιμο βούλευμα περίμενε η κοινωνία πάνω από 13 μήνες. Δοκιμάστηκαν οι αντοχές της δικαιοσύνης. Πρωτόγνωρο να υπάρχει τέτοια καθυστέρηση για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα. Πρόβλημα είναι επίσης το γεγονός ότι εκδόθηκε πρόσφατα από το ΣτΕ απόφαση που ακυρώνει τον έλεγχο του πόθεν έσχες» είπε ο Σταύρος Κοντονής.

Η απάντηση ήρθε αμέσως από τον πρόεδρο της ένωσης εισαγγελέων, ο οποίος σε ήρεμο ύφος απάντησε:

«Δεν υπήρξε πρόθεση απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων. Φέρτε μας ένα νόμο και θα καταθέσουμε αυτά που πρέπει. Οι εισαγγελικοί και δικαστικοί λειτουργοί θα καταθέσουν όλα όσα πρέπει ενσυνειδήτως».

Όσο για τις δικαστικές αποφάσεις που καθυστερούν, όπως επεσήμανε ο υπουργός Δικαιοσύνης, ο Δημήτρης Ασπρογέρακας είπε:

«Κανείς δεν μπορεί να απαιτήσει από δικαστή να προχωρήσει γρήγορα στην έκδοση βουλεύματος, πρέπει να εφαρμόσει τον νόμο και να αξιολογήσει όλα τα πραγματικά περιστατικά. Στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε και μειοψηφία. Υπήρξε και η άλλη άποψη».

Την σκυτάλη ξαναπήρε ο Σταύρος Κοντονής, ο οποίος επιχείρησε να χαμηλώσει τους τόνους επισημαίνοντας πως όταν υπάρχουν εξαιρέσεις στον νόμο (σ.σ όπως συνέβη μετά την απόφαση του ΣτΕ για τους δικαστές) ο νόμος φαλκιδεύεται.

«Αυτό που ισχύει για όλους πρέπει να ισχύει πρωτίστως για τους δικαστικούς. Δεν είπε η κυβέρνηση ότι οι δικαστές και οι εισαγγελείς θέλησαν να κρύψουν παράνομα προϊόντα. Αυτό είναι ερμηνεία. Δεν κάναμε δίκη προθέσεων, ούτε είπαμε ότι υπάρχουν επίορκοι δικαστές. Αυτά είναι μακρυά από την κυβέρνηση».

O κ. Κοντονής έδωσε συνέχεια στην αντιπαράθεση που είχε στην τακτική συνέλευση της Ενωσης Εισαγγελέων, για την απόφαση του ΣτΕ, με την οποία ακυρώθηκε ο νόμος για το πόθεν έσχες.

«Σε μια ευνομούμενη πολιτεία οφείλουν όλοι και πρώτοι όσοι λαμβάνουν αποφάσεις, είτε πολιτικοί είτε δικαστές, να ελέγχονται ως προς τα εισοδήματα και τα περιουσιακά τους στοιχεία» σχολίασε ο υπ. Δικαιοσύνης.

«Σε σχέση με την αναιτιολόγητη επίθεση του Προέδρου του ΣτΕ στο πρόσωπό μου σχετικά με τα παραπάνω αυτονόητα δε θα κάνω κανένα περαιτέρω σχόλιο. Άλλωστε και οι κρίνοντες κρίνονται και κρίνονται τόσο για τις αποφάσεις τους, όσο και για τις δημόσιες τοποθετήσεις τους» κατέληξε αναφερόμενος στα όσα κατήγγειλε ο πρόεδρος του ΣτΕ Νίκος Σακελλαρίου.

 Αντιδράσεις από την αντιπολίτευση

Ανακοίνωση για τις πρωτοφανείς δηλώσεις του προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στην Δικαιοσύνη, εξέδωσε η Νέα Δημοκρατία.

Η ανακοίνωση της Νέας Δημοκρατίας

«Δεν υπάρχει προηγούμενο η ηγεσία της Δικαιοσύνης να καταγγέλλει δημοσίως τον καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργό για ωμή παρέμβαση στο έργο της.  

Σε οποιοδήποτε ευνομούμενο κράτος ο κ. Κοντονής θα είχε ήδη αποπεμφθεί από την θέση του. 

Αλλά για το καθεστώς Τσίπρα – Καμμένου είναι ψιλά γράμματα ακόμη και η διάκριση των εξουσιών που κατοχυρώνει την Δημοκρατία».

Επίθεση στην κυβέρνηση και στον υπουργό Δικαιοσύνης Σταύρο Κοντονή εξαπέλυσε και το ΠΑΣΟΚ. Ειδικότερα, σε ανακοίνωσή του, το ΠΑΣΟΚ κάνει λόγο για «νέα, προκλητική, ωμή παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης στο έργο των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών, και μάλιστα από το βήμα της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος», τονίζει πως «σηματοδοτεί το αποκορύφωμα της συστηματικής καθεστωτικής απόπειρας χειραγώγησης της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης από μια επικίνδυνη και αυθαίρετη κυβέρνηση» και σημειώνει:

«Απαντώντας στη νέα εκτροπή του κ. Κοντονή, ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας διατύπωσε αυτό που όλοι οι δημοκρατικοί πολίτες έχουν διαπιστώσει με αποστροφή: η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ εξακολουθεί με θρασύ και απροκάλυπτο τρόπο να παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη και να μεταχειρίζεται τους λειτουργούς της ως μέσα εξυπηρέτησης αλλότριων συμφερόντων και σκοπών. Ματαιοπονούν. Οι Έλληνες δικαστές και εισαγγελείς, όλα αυτά τα χρόνια της θεσμικής κρίσης έχουν αρθεί στο ύψος των ιστορικών περιστάσεων. Με σθένος και αξιοπρέπεια, έχουν υψώσει το ανάστημά τους απέναντι σε κάθε είδους απειλή. Σε κάθε απόπειρα παρέμβασης και επηρεασμού. Το μήνυμά τους είναι σαφές κι αυστηρό: Κανείς δεν διώκεται κατά παραγγελία κέντρων εξουσίας και συμφερόντων. Κανείς δεν παγιδεύεται σε σκηνοθετημένες διώξεις και αναμοχλεύσεις υποθέσεων. Κανείς δεν επιτρέπεται να εμπλέκεται σε καφκικές ανακριτικές και διωκτικές διαδικασίες».