Η ανακοίνωση έγινε μέσω ανάρτησης στην πλατφόρμα Truth Social, όπου ο Τραμπ εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ, υποστηρίζοντας ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει στον Καναδά να λειτουργήσει ως «σημείο μεταφόρτωσης» ή «Drop Off Port» για κινεζικά προϊόντα με προορισμό την αμερικανική αγορά. Η προειδοποίηση, με τη ρητή απειλή επιβολής υψηλών δασμών, δημιουργεί άμεσα ένταση στη διμερή σχέση ΗΠΑ–Καναδά και θέτει το ζήτημα στο επίκεντρο διεθνών συζητήσεων για την επιχειρηματική συνεργασία και τους κανόνες διακίνησης εμπορευμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρείται αυξημένη προσοχή σε διπλωματικούς διαύλους και στις δηλώσεις επιχειρηματικών φορέων που επηρεάζονται από τις διασυνοριακές ροές εμπορίου.
Στην ανάρτησή του ο Τραμπ έγραψε συγκεκριμένα: «Αν ο κυβερνήτης Κάρνεϊ πιστεύει ότι θα μετατρέψει τον Καναδά σε “Drop Off Port” για να στέλνει η Κίνα αγαθά και προϊόντα στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάνει μεγάλο λάθος». Πρόσθεσε ότι «η Κίνα θα καταβροχθίσει τον Καναδά», κάνοντας λόγο για πλήρη αποδόμηση των καναδικών επιχειρήσεων, του κοινωνικού ιστού και του τρόπου ζωής της χώρας. Ο Αμερικανός πρόεδρος διευκρίνισε ότι, εφόσον υπάρξει συμφωνία Καναδά–Κίνας, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προχωρήσουν άμεσα στην επιβολή δασμού 100% «σε όλα τα καναδικά αγαθά και προϊόντα που εισέρχονται στις Ηνωμένες Πολιτείες». Η δήλωση περιλαμβάνει τόσο πολιτικό τόνο όσο και οικονομική απειλή, με σαφή αναφορά σε μέτρα που θα πλήξουν τις εισαγωγές και θα επηρεάσουν το κανονιστικό και τελωνειακό πλαίσιο διακίνησης εμπορευμάτων.

Η θέση αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη πολιτική σκληρής εμπορικής γραμμής που ακολουθεί η Ουάσινγκτον έναντι του Πεκίνου και στην προσπάθεια να ασκηθεί πίεση προς συμμάχους των ΗΠΑ ώστε να περιορίσουν ή να επανεξετάσουν τις οικονομικές τους σχέσεις με την Κίνα. Αν και δεν αναφέρθηκαν λεπτομέρειες για την εφαρμογή των μέτρων, αναλυτές και φορείς επισημαίνουν ότι η άμεση επιβολή ενός δασμού 100% θα μπορούσε να έχει ευρείες πρακτικές συνέπειες στις ροές εμπορίου, στις αλυσίδες εφοδιασμού και σε βασικούς τομείς όπως η γεωργία, η βιομηχανία και οι μεταφορές. Επιπλέον, τέτοιες κινήσεις ενδέχεται να εγείρουν νομικά ζητήματα σε πλαίσια διεθνούς εμπορικής νομοθεσίας και να απαιτήσουν διπλωματικές πρωτοβουλίες για την αποσυμπίεση του ζητήματος. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, εταιρείες που εξαρτώνται από εισαγωγές και εξαγωγές μεταξύ Καναδά και ΗΠΑ θα κληθούν να αναπροσαρμόσουν συμβόλαια, να επανασχεδιάσουν δίκτυα διανομής, να αναζητήσουν εναλλακτικές αγορές και να επανεκτιμήσουν χρηματοοικονομικούς κινδύνους. Επίσης, οι τελωνειακές διαδικασίες και οι κανόνες συμμόρφωσης αναμένεται να τεθούν υπό στενή παρακολούθηση, ενώ επιχειρηματικοί και δημόσιοι φορείς θα χρειαστεί να συντονίσουν απαντήσεις για την ελαχιστοποίηση διαταραχών. Οι αντιδράσεις του Καναδά θα παρακολουθούνται στενά.