Η σύγκρουση στην Υεμένη έχει κλιμακωθεί σημαντικά τις τελευταίες εβδομάδες. Οι επιθέσεις των Χούθι στα αεροδρόμια του Ριάντ, της Άμπχα και της Νταμάμ έχουν σκοτώσει τουλάχιστον 20 ανθρώπους και έχουν τραυματίσει εκατοντάδες. Οι πετρελαϊκές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας έχουν επίσης δεχθεί επιθέσεις.
Εντός της Υεμένης, οι ανανεωμένες μάχες μετά από μια επίθεση των Χούθι γύρω από το στρατηγικό Στενό Μπαμπ αλ-Μαντάμπ έχουν φέρει την επιστροφή σε έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας. Η κλιμάκωση αποτελεί ανησυχητική υπενθύμιση της επέμβασης στην Υεμένη υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας το 2015. Αυτό συνέβη μετά την κατάληψη της πρωτεύουσας της Υεμένης, Σαναά, από τους Χούθι, που υποστηρίζονται από το Ιράν, τον Σεπτέμβριο του 2014 και την εκδίωξη της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης από την εξουσία.
Πάνω από μια δεκαετία αργότερα, οι Χούθι παραμένουν εδραιωμένοι και σαφώς ενθαρρυμένοι, ενώ η κυβέρνηση της Υεμένης είναι κατακερματισμένη αν και καταβάλει προσπάθειες να επιβιώσει με κύρια υποστήριξη από το Ριαντ.
Οι προοπτικές για μια πολιτική διευθέτηση φαίνονται προς το παρόν μακρινές. Από την εκεχειρία που επιτεύχθηκε με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ τον Απρίλιο του 2022, η Σαουδική Αραβία έχει επιδιώξει να αποσυρθεί στρατιωτικά από την Υεμένη και καταβάλει προσπάθειες για μια διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων με τους Χούθι. Οι συνομιλίες απέκτησαν δυναμική το 2023, αλλά η εμπλοκή των Χούθι στον πόλεμο της Γάζας, συμπεριλαμβανομένων των επιθέσεων σε πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα διέκοψε την πολιτική διαδικασία.
Η εντατική επιχείρηση βομβαρδισμών των ΗΠΑ εναντίον των Χούθι οδήγησε σε ξεχωριστή εκεχειρία ΗΠΑ-Χούθι τον Μάιο του 2025. Αλλά δεν προώθησε λύσεις στη σύγκρουση στην Υεμένη.
Η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει τώρα μια δύσκολη επιλογή μεταξύ προβληματικών επιλογών. Η πρώτη επιλογή είναι η στρατιωτική κλιμάκωση μέσω ανανεωμένων αεροπορικών επιδρομών και μια επίθεση από χεραίες δυνάμεις που συνδέονται με την κυβέρνηση της Υεμένης. Αλλά αυτό κινδυνεύει να επιστρέψει το Ριάντ στον δαπανηρό, κακοσχεδιασμένο και κακοδιεξαγόμενο πόλεμο από τον οποίο έχει περάσει χρόνια προσπαθώντας να απεγκλωβιστεί. Οι Χούθι έχουν μάθει ότι ακόμη και οι περιορισμένες επιθέσεις μπορούν να επιβάλουν δυσανάλογο οικονομικό και πολιτικό κόστος. Αυτό δίνει στην ομάδα μόχλευση που η συμβατική στρατιωτική υπεροχή της Σαουδικής Αραβίας έχει δυσκολευτεί να ξεπεράσει.
Η Σαουδική Αραβία δεν μπορεί να κερδίσει αυτόν τον πόλεμο μόνη της, αλλά ούτε μπορεί να αναθέσει την επίλυσή της σε τρίτους. Η προσπάθεια περιορισμού των Χούθι έχει επίσης αποδειχθεί ανεπαρκής. Παρόλο που η σχετική ηρεμία που ακολούθησε την εκεχειρία του 2022 μείωσε τις διασυνοριακές επιθέσεις, επέτρεψε στους Χούθι να εδραιώσουν τον εδαφικό τους έλεγχο και να ενισχύσουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες, μόνο και μόνο για να επιτεθούν ξανά στη Σαουδική Αραβία.
Η διαπραγμάτευση παραμένει η πιο ευνοϊκή οδός προς μια διαρκή διευθέτηση. Αλλά αντιμετωπίζει ένα θεμελιώδες εμπόδιο: οι Χούθι πιστεύουν ότι κερδίζουν και έχουν ελάχιστα κίνητρα για συμβιβασμό. Ούτε το Ριάντ μπορεί απλώς να αναθέσει σε τρίτους τη σύγκρουση. Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν την επικείμενη προοπτική μιας ανανεωμένης αντιπαράθεσης με το Ιράν και ως εκ τούτου είναι απίθανο να έχουν μεγάλη όρεξη για άνοιγμα ενός ακόμη μετώπου ή υποστήριξη μιας παρατεταμένης στρατιωτικής εκστρατείας στην Υεμένη.
Το αμυντικό σύμφωνο της Σαουδικής Αραβίας με την Τουρκία και το Πακιστάν μπορεί να ενισχύσει την αποτροπή και τις αμυντικές ικανότητες, αλλά δεν προσφέρει λύση στην απειλή των Χούθι ή στον υποκείμενο πολιτικό κατακερματισμό της Υεμένης. Το μάθημα της τελευταίας δεκαετίας είναι ότι η στρατιωτική πίεση χωρίς μια συνεκτική πολιτική στρατηγική θα αναπαράγει μόνο τις συνθήκες που επέτρεψαν στους Χούθι να εδραιώσουν τη θέση τους.
Αντίθετα απαιτείται μια συλλογική απάντηση του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC). Η Υεμένη και οι Χούθι έχουν γίνει μια συλλογική πρόκληση για την ασφάλεια του Κόλπου. Θα ήταν επομένως λάθος να συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε την Υεμένη πρωτίστως ως μια εσωτερική σύγκρουση ή ένα πρόβλημα ασφάλειας της Σαουδικής Αραβίας. Οι επιθέσεις στα αεροδρόμια της Σαουδικής Αραβίας έχουν καταδείξει περαιτέρω την ευπάθεια των κρίσιμων υποδομών σε ολόκληρο τον Κόλπο από πυραύλους, drones και άλλες ασύμμετρες απειλές και δεν περιορίζεται στη Σαουδική Αραβία.
Τον Ιανουάριο του 2022, οι Χούθι εξαπέλυσαν επιθέσεις στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και στο αεροδρόμιο του Άμπου Ντάμπι, σκοτώνοντας τρία άτομα και τραυματίζοντας έξι. Αυτή η απειλή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική για τα κράτη του Κόλπου, καθώς οι περισσότερες από τις ατζέντες οικονομικής διαφοροποίησης εξαρτώνται από την ασφαλή αεροπορία, την εφοδιαστική, τον τουρισμό, τις επενδύσεις και ένα σταθερό περιφερειακό περιβάλλον.
Η Υεμένη και οι Χούθι έχουν γίνει μια συλλογική πρόκληση για την ασφάλεια του Κόλπου. Οι επιθέσεις στις υποδομές μεταφορών της Σαουδικής Αραβίας απειλούν επίσης τον ευρύτερο Κόλπο διαταράσσοντας ζωτικές οδούς εφοδιασμού. Οι εκτεταμένες χερσαίες συνδέσεις του βασιλείου έχουν γίνει ολοένα και πιο σημαντικές.Συνεπώς απαιτείται μία συλλογική εκτίμηση και δράση απέναντι στο αρκετά υπολογίσιμο ανταρτικό-συμβατικό μέτωπο.






















