Παραγωγοί πετούν τη σοδειά τους, πατάτες σαπίζουν στις αποθήκες… Το σκηνικό που έχει διαμορφωθεί μοιάζει παράδοξο για μια ήπειρο που επί δεκαετίες θεωρείται παγκόσμια δύναμη στην παραγωγή και εξαγωγή πατάτας. Χιλιάδες τόνοι προϊόντος παραμένουν αδιάθετοι, οι τιμές έχουν καταρρεύσει και πολλοί αγρότες αναγκάζονται να επιστρέφουν τη σοδειά τους στα χωράφια ως τη φθηνότερη λύση διάθεσης. Η Ευρώπη βιώνει φέτος μια πρωτοφανή κρίση υπερπροσφοράς, με πλεόνασμα που εκτιμάται σε πέντε εκατομμύρια μετρικούς τόνους πατάτας.
Στο επίκεντρο της κρίσης βρίσκεται το Βέλγιο, η χώρα που έχει συνδέσει το όνομά της με τις τηγανητές πατάτες και αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα κατεψυγμένων προϊόντων πατάτας παγκοσμίως. Αγρότες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια απολάμβαναν υψηλές τιμές πώλησης, σήμερα αδυνατούν να βρουν αγοραστές ακόμη και όταν προσφέρουν την παραγωγή τους σε συμβολικές τιμές.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βέλγου παραγωγού Κρις Ντ’ Αγιέρ, ο οποίος είδε χιλιάδες τόνους πατάτας να παραμένουν αποθηκευμένοι για μήνες χωρίς αγοραστικό ενδιαφέρον. Η ζημιά που υπέστη ξεπέρασε τις 160.000 ευρώ, καθώς τα έξοδα για σπόρους, λιπάσματα, καλλιέργεια και εργασία δεν καλύφθηκαν ποτέ από πωλήσεις. Οι πατάτες άρχισαν να βλασταίνουν και τελικά οδηγήθηκαν πίσω στα χωράφια. Η κατάρρευση των τιμών είναι ενδεικτική της κατάστασης. Στην αγορά του Βελγίου, η τιμή της πατάτας έφθανε περίπου τα 600 ευρώ ανά μετρικό τόνο πριν από τρία χρόνια. Σήμερα, η τιμή έχει μηδενιστεί, αντανακλώντας τη δραματική ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Η εξήγηση
Η κρίση οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Οι ευνοϊκές καιρικές συνθήκες οδήγησαν στη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συγκομιδή των τελευταίων οκτώ ετών, αυξάνοντας σημαντικά την προσφορά. Την ίδια στιγμή, οι εξαγωγές αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια. Οι δασμοίπου επέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στα ευρωπαϊκά προϊόντα έχουν περιορίσει τη ζήτηση σε μία από τις σημαντικότερες αγορές για τις ευρωπαϊκές τηγανητές πατάτες.
Παράλληλα, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα η κρίση γύρω από το Ιράν έχουν αυξήσει το κόστος ενέργειας, μεταφορών και λιπασμάτων. Οι δυσκολίες στη ναυσιπλοΐα και στις εξαγωγές προς τις χώρες του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ, στερούν από τους Ευρωπαίους παραγωγούς σημαντικές αγορές.
Στην εξίσωση προστίθεται και ο αυξανόμενος ανταγωνισμός από νέους εξαγωγείς, όπως η Κίνα, η Ινδία και η Αίγυπτος, οι οποίοι διαθέτουν κατεψυγμένες τηγανητές πατάτες σε χαμηλότερες τιμές. Οι Ευρωπαίοι παραγωγοί υποστηρίζουν ότι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση, καθώς λειτουργούν υπό αυστηρότερους περιβαλλοντικούς και αγροτικούς κανονισμούς σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους.
Ορισμένοι εξακολουθούν να επενδύουν στην καλλιέργεια, ελπίζοντας σε ανάκαμψη της αγοράς. Αλλοι, όμως, όπως ο Ντ’ Αγιέρ, εμφανίζονται απαισιόδοξοι. «Νομίζω ότι τα καλά χρόνια έχουν τελειώσει», δηλώνει στους «New York Times», εκφράζοντας την αγωνία ενός ολόκληρου κλάδου που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη σοβαρότερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών.
