Η εισαγγελία αναφέρει ότι οι οικονομικές απώλειες για το Λούβρο εκτιμώνται ότι ξεπερνούν τα 10 εκατομμύρια ευρώ. Μεταξύ των συλληφθέντων περιλαμβάνονται δύο υπάλληλοι του μουσείου, ξεναγοί και το πρόσωπο που, σύμφωνα με τους εισαγγελείς, «οργάνωσε το δίκτυο». Οι κατηγορίες αφορούν, όπως αναφέρεται επισήμως, απάτη από οργανωμένη συμμορία, ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, ενεργητική και παθητική διαφθορά, παροχή βοήθειας για παράτυπη είσοδο και παραμονή στη χώρα και χρήση πλαστών πιστοποιητικών.
Στο πλαίσιο της έρευνας, σύμφωνα με την εισαγγελία, έχουν κατασχεθεί μέχρι στιγμής 957.000 ευρώ σε μετρητά και 486.000 ευρώ από διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς, ποσό που υπερβαίνει το 1,4 εκατομμύριο ευρώ. Οι αρχές αναφέρουν επίσης ότι μέρος των κερδών φέρεται να επενδύθηκε σε ακίνητα στη Γαλλία και στο Ντουμπάι. Η έρευνα ξεκίνησε μετά από καταγγελία της διεύθυνσης του Λούβρου τον Δεκέμβριο του 2024, όταν εντοπίστηκε αρχικά ένα ζευγάρι Κινέζων ξεναγών στην Υποδιεύθυνση καταπολέμησης της παράτυπης μετανάστευσης. Οι δύο Κινέζοι, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, φέρονται να έβαζαν ομάδες τουριστών στο μουσείο χρησιμοποιώντας επανειλημμένα τα ίδια εισιτήρια για διαφορετικά πρόσωπα. Μετά από παρακολούθηση και διερεύνηση των συναλλαγών και των κινήσεων των υπόπτων, οι αρχές επέκτειναν τις έρευνες και σε άλλους ξεναγούς που κρίθηκαν ύποπτοι για παρόμοιες πρακτικές.
Οι έρευνες, όπως αναφέρουν οι εισαγγελικές αρχές, επικεντρώνονται επίσης στον εντοπισμό συνεργών εντός του μουσείου και στη διερεύνηση των χρηματικών ροών που συνδέονται με το δίκτυο. Οι αρχές υποψιάστηκαν ότι μέλη των δραστών είχαν χρηματίσει υπαλλήλους του μουσείου για να μην ελέγχουν σε βάθος τα εισιτήρια, υπόθεση που επιβεβαιώθηκε εν μέρει από την παρακολούθηση των υπόπτων και την ανάλυση των κινήσεων εισόδου. Το Λούβρο είχε βρεθεί νωρίτερα φέτος στο επίκεντρο των ερευνών μετά την εντυπωσιακή διάρρηξη που σημειώθηκε το φθινόπωρο και την οποία οι αρχές υπολόγισαν ότι απέφερε λεία περίπου 88 εκατομμύρια ευρώ. Στη διάρκεια της τρέχουσας προκαταρκτικής έρευνας, οι δικαστικές αρχές συγκεντρώνουν τραπεζικά δεδομένα, καταγραφές εισόδου και καταθέσεις μαρτύρων προκειμένου να στοιχειοθετήσουν τις κατηγορίες που περιλαμβάνουν την απάτη από οργανωμένη συμμορία και το ξέπλυμα. Η εισαγγελία του Παρισιού δηλώνει ότι οι έρευνες βρίσκονται σε εξέλιξη και ότι περαιτέρω συλλήψεις και κατασχέσεις δεν αποκλείονται καθώς εξετάζονται οι διεθνείς διαδρομές κεφαλαίων και οι πιθανές επενδύσεις σε ακίνητα στο εξωτερικό.
Η έρευνα, όπως διευκρινίζουν οι αρμόδιοι εισαγγελείς, εξετάζει αναλυτικά τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επαναχρησιμοποίηση εισιτηρίων, τη συνεργασία μεταξύ ξεναγών και υπαλλήλων και τις οικονομικές διαδρομές που επέτρεψαν τη διακίνηση των εσόδων. Σε δημοσιονομικό επίπεδο, οι αναλυτές εστιάζουν σε καταθέσεις, αγορές ακινήτων και μεταφορές κεφαλαίων που μπορεί να συνδέονται με τα κέρδη του δικτύου, ενώ ελέγχονται και ηλεκτρονικές συναλλαγές και καταγραφές εισόδου. Οι εισαγγελικές πηγές δεν αποκλείουν νέες ενέργειες προκειμένου να συγκεντρωθεί περαιτέρω τεκμηρίωση.