Ο Ντιέγκο Μαραντόνα πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 2020, σε ηλικία 60 ετών, έπειτα από καρδιοαναπνευστική ανακοπή σε συνδυασμό με πνευμονικό οίδημα, ενώ βρισκόταν μόνος του στο κρεβάτι του σε κατοικία στο Τίγκρε, στα βόρεια του Μπουένος Άιρες, όπου είχε μεταφερθεί για να συνεχίσει την ανάρρωσή του.
Κατά τη διάρκεια κατάθεσης που διήρκεσε περίπου τρεις ώρες και έγινε σε φορτισμένο κλίμα, ο Μαριάνο Περόνι ανέφερε: «Δεν είχα ποτέ πρόσβαση στο σπίτι, δεν μπήκα ποτέ μέσα. Δεν γνώριζα κανέναν». Ο ίδιος είναι ένας από τους επτά επαγγελματίες υγείας που κάθονται στο εδώλιο με την κατηγορία της «ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο», αδίκημα που συνδέεται με αμέλεια υπό συνθήκες γνώσης πιθανής μοιραίας έκβασης και επισύρει ποινές έως και 25 χρόνια κάθειρξης.
«Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι ο Μαραντόνα θα πέθαινε. Δεν φανταζόμουν ένα τέτοιο τέλος», είπε χαρακτηριστικά, ξεσπώντας σε κλάματα, προσθέτοντας ότι περίμενε να βρίσκεται σε υπηρεσία ακόμη και την Πρωτοχρονιά, με το είδωλό του –όπως αποκάλεσε τον Μαραντόνα– να βρίσκεται υπό φροντίδα.
Παράλληλα, ο δικηγόρος και φίλος του Μαραντόνα, Βίκτορ Στινφαλέ, ο οποίος είχε συμμετάσχει στη διαδικασία λήψης απόφασης για την κατ’ οίκον νοσηλεία, υποστήριξε ότι «η διαχείριση της κατάστασης έγινε πολύ άσχημα».
Από την έναρξη της δίκης τον Απρίλιο, ειδικοί και πραγματογνώμονες έχουν επισημάνει ότι ο χώρος όπου νοσηλευόταν ο Αργεντινός θρύλος δεν διέθετε τον απαραίτητο ιατρικό εξοπλισμό και τις κατάλληλες προϋποθέσεις για κατ’ οίκον φροντίδα.
Στο δικαστήριο κατέθεσαν επίσης η ψυχίατρος Αγκουστίνα Κοσάτσοφ και η συντονίστρια του παρόχου φροντίδας Νάνσι Φορλίνι, με την τελευταία να υποστηρίζει ότι δεν έλαβε ποτέ αιτήματα για αποστολή ασθενοφόρου, κλινικού ιατρού και νευρολόγου στο πλαίσιο της φροντίδας του Μαραντόνα.
Η δίκη, που πραγματοποιείται με δύο συνεδριάσεις την εβδομάδα, αναμένεται να συνεχιστεί και μετά τον Ιούλιο.

