Μια άνευ προηγουμένου συμφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων των ΗΠΑ και της Βενεζουέλας αναδεικνύει την ικανότητα της Ουάσιγκτον να χρησιμοποιεί την οικονομική και πολιτική της επιρροή για να αναδιαμορφώσει τον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας και να εξασφαλίσει προνομιακή πρόσβαση στους ενεργειακούς πόρους της.
Ωστόσο, η σημαντική αβεβαιότητα σχετικά με τους εμπορικούς όρους, τη νομική βάση και τη δυνατότητα πολιτικής διατήρησης της συμφωνίας ενδέχεται να εκθέσει τις εταιρίες σε μελλοντικές δικαστικές διαμάχες και ανατροπές πολιτικής, εν μέσω αντιδράσεων. Στις 28 Αυγούστου, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ εξασφάλισαν «πλειοψηφικό έλεγχο» σε περισσότερα από 65 δισ. βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων αργού πετρελαίου της Βενεζουέλας. Η συμφωνία αφορά περίπου το 22% του συνολικού δηλωμένου πετρελαϊκού αποθέματος της Βενεζουέλας, σε 17 πετρελαϊκά πεδία, κυρίως στη ζώνη του Ορινόκο και στη λίμνη Μαρακαΐμπο.
Η συμφωνία φέρεται να αφορά δικαιώματα λειτουργίας και ανάπτυξης των κοιτασμάτων, καθώς και τον έλεγχο της παραγωγής, αλλά όχι μεταβίβαση της κυριότητας των ίδιων των πετρελαϊκών αποθεμάτων. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η βενεζουελανική εταιρία North American Blue Energy Partners (NABEP) θα αναλάβει τη λειτουργία των κοιτασμάτων, με την αμερικανική κυβέρνηση να στηρίζει την ανάπτυξή τους μέσω του Γραφείου Στρατηγικού Κεφαλαίου του Πενταγώνου. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας συμφωνίας, η αμερικανική κυβέρνηση θα παρέχει οικονομική και στρατηγική στήριξη, με αντάλλαγμα ποσοστό 55% στην παραγωγή της κοινοπραξίας. Η συμφωνία έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρίες παραμένουν διστακτικές να επενδύσουν στη Βενεζουέλα, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να μειώσει τις τιμές της βενζίνης και να αναπληρώσει τα μειωμένα στρατηγικά αποθέματα αργού πετρελαίου των ΗΠΑ, ενώ το Καράκας υποχωρεί ολοένα και περισσότερο στις οικονομικές και πολιτικές απαιτήσεις της Ουάσιγκτον.
Μετά τη σύλληψη του πρώην προέδρου, Νικολάς Μαδούρο, στις 3 Ιανουαρίου, η νέα κυβέρνηση της Βενεζουέλας υπό την Ντέλσι Ροντρίγκες έχει λάβει σειρά μέτρων, προκειμένου να ικανοποιήσει τις αμερικανικές απαιτήσεις για οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις, μεταξύ άλλων ανοίγοντας τον πετρελαϊκό τομέα της χώρας σε ιδιωτικά κεφάλαια.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει, επίσης, εκδώσει μια σειρά από περιορισμένες άδειες, οι οποίες επιτρέπουν σε ιδιωτικές εταιρίες να δραστηριοποιούνται στη χώρα ή να συνεργάζονται με την κυβέρνηση της Βενεζουέλας και την κρατική πετρελαϊκή εταιρία PDVSA, παρά τις υφιστάμενες κυρώσεις. Ωστόσο, ενώ αυτές οι ρυθμιστικές αλλαγές και η αμερικανική στήριξη έχουν προκαλέσει κάποιο ενδιαφέρον από ξένες εταιρίες για τον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας, οι μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρίες εξακολουθούν να είναι επιφυλακτικές, λόγω των κατεστραμμένων υποδομών της χώρας, της αναξιόπιστης ηλεκτροδότησης και των μακροπρόθεσμων πολιτικών κινδύνων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται πιθανές αλλαγές καθεστώτος μέσω εκλογών ή στρατιωτικών πραξικοπημάτων τα επόμενα χρόνια.
Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας συμπίπτει, επίσης, με τη σημαντική μείωση των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου των ΗΠΑ (SPR), τα οποία έχουν υποχωρήσει σε περίπου 290 εκατ. βαρέλια, το χαμηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερα από 40 χρόνια, εν μέσω συνεχιζόμενων διαταραχών στις προμήθειες από τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία. Στις 30 Αυγούστου, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα αναπληρώσουν το SPR χρησιμοποιώντας πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα. Ωστόσο, αυτό πιθανότατα παραμένει ανέφικτο στο άμεσο μέλλον, λόγω φυσικών, τεχνικών και πολιτικών εμποδίων – κυρίως επειδή θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να αυξηθεί σημαντικά η παραγωγή πετρελαίου της Βενεζουέλας. Αυτό σημαίνει ότι η συμφωνία είναι, επίσης, εξαιρετικά απίθανο να έχει αξιοσημείωτη επίδραση στις παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου ή στο κόστος των καυσίμων στις ΗΠΑ στο άμεσο μέλλον.
Η πετρελαϊκή συμφωνία ΗΠΑ – Βενεζουέλας αντιμετωπίζει σημαντική νομική και πολιτική αβεβαιότητα, η οποία θα απειλήσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά της, ιδιαίτερα όταν τελικά υπάρξει αλλαγή κυβέρνησης σε οποιαδήποτε από τις δύο χώρες. Η επίδειξη της αδυναμίας του Καράκας έναντι της Ουάσιγκτον ίσως ενισχύσει την αντίθεση των σκληροπυρηνικών κύκλων προς τη Ροντρίγκες, αυξάνοντας με την πάροδο του χρόνου τον κίνδυνο ρήξεων στο καθεστώς. Είναι, επίσης, πιθανές διαδηλώσεις στη Βενεζουέλα, ιδιαίτερα λόγω της παραμένουσας δυσαρέσκειας για την ανεπαρκή αντίδραση της κυβέρνησης στους φονικούς σεισμούς στα τέλη Ιουνίου, καθώς και λόγω της μεγάλης πιθανότητας ότι η συμφωνία για το πετρέλαιο με τις ΗΠΑ δεν θα καταφέρει να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης.
Παράλληλα, εκτός από τις κοινωνικές αναταραχές, η συμφωνία αναμένεται να αντιμετωπίσει πολλαπλές νομικές προσφυγές και στις δύο χώρες. Στις ΗΠΑ, το Κογκρέσο πιθανότατα θα εξετάσει λεπτομερώς τους όρους της συμφωνίας, εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο τουλάχιστον ενός από τα δύο σώματα του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Εάν Δημοκρατικός κερδίσει τον Λευκό Οίκο, το 2028 ή αργότερα, η συμφωνία θα βρεθεί αντιμέτωπη με ακόμη μεγαλύτερο έλεγχο, καθώς θεωρείται ότι στερείται διαφάνειας. Επιπλέον, η βασική δομή της συμφωνίας βρίσκεται υπό αμφισβήτηση, καθώς το Πεντάγωνο διευκρίνισε ότι το Office of Strategic Capital δεν αποκτά μετοχικά μερίδια σε ιδιωτικές εταιρίες και περιορίζεται νομικά στην παροχή δανείων, εγγυήσεων δανείων και τεχνικής βοήθειας.
Στη Βενεζουέλα, οι νομικοί κίνδυνοι απορρέουν από το Σύνταγμα του 1999, το οποίο ορίζει ότι τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων που βρίσκονται στην εθνική επικράτεια αποτελούν κρατική περιουσία και είναι αναπαλλοτρίωτα. Εάν η αντιπολίτευση εξασφαλίσει την εξουσία σε μελλοντικές εκλογές, πιθανότατα θα υποστηρίξει, επίσης, ότι η συμφωνία συνήφθη από μια μεταβατική κυβέρνηση χωρίς την έγκριση της Εθνοσυνέλευσης. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο η συμφωνία να αμφισβητηθεί και τελικά να ακυρωθεί μέσω διεθνούς διαιτησίας, δικαστικών προσφυγών, νομοθεσίας ή ακόμη και εκτελεστικού διατάγματος.























