Οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Ιράν αναμένεται να ενισχυθούν έως το 2030, καθώς οι δύο χώρες επιδιώκουν να περιορίσουν την αμερικανική επιρροή, να παρακάμψουν τις δυτικές κυρώσεις και να ανασυγκροτήσουν τις στρατιωτικές δυνατότητές τους μετά τις πολεμικές απώλειες.
Ωστόσο, η ιστορική δυσπιστία, τα ανταγωνιστικά περιφερειακά συμφέροντα και η απροθυμία τους να αναλάβουν δεσμεύσεις αμοιβαίας άμυνας θα εξακολουθήσουν να περιορίζουν τη συνεργασία τους, καθιστώντας απίθανη τη δημιουργία μιας πλήρους στρατιωτικής συμμαχίας. Για τη Μόσχα, η ανθεκτικότητα του Ιράν αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα, καθώς η συνέχιση της αντίστασης της Τεχεράνης απέναντι στις ΗΠΑ απορροφά αμερικανικούς στρατιωτικούς πόρους και διπλωματική προσοχή. Παράλληλα, μια παρατεταμένη σύγκρουση χαμηλής έντασης μπορεί να ενισχύσει τα ρωσικά έσοδα από το πετρέλαιο και να προκαλέσει πρόσθετες πιέσεις στις διεθνείς αγορές λιπασμάτων, ιδιαίτερα λόγω των ελλείψεων θείου και άλλων πρώτων υλών που απαιτούν περισσότερο χρόνο για να αναπληρωθούν.
Κατά τους επόμενους 6-12 μήνες, η Ρωσία αναμένεται να επιδιώξει τη διατήρηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν, την ενίσχυση της ανταλλαγής πληροφοριών και τη διεύρυνση των χρηματοπιστωτικών και εφοδιαστικών δικτύων που επιτρέπουν την παράκαμψη των δυτικών κυρώσεων. Ο στενότερος συντονισμός σε επιχειρήσεις δολιοφθοράς και άλλες μυστικές δραστηριότητες στην Ευρώπη και αλλού θα μπορούσε, επίσης, να αυξήσει το κόστος για την Ουάσιγκτον, συνδυάζοντας τη ρωσική επιχειρησιακή εμπειρία με την περιφερειακή πρόσβαση, τις πληροφορίες και τα δίκτυα συνεργαζόμενων ένοπλων οργανώσεων του Ιράν. Ωστόσο, η ρωσική υποστήριξη δεν θα είναι απεριόριστη. Μια σύγκρουση διάρκειας άνω των 18 μηνών, ιδιαίτερα εάν προκαλέσει πολιτική αποσταθεροποίηση ή κοινωνικές αναταραχές στο Ιράν, θα μπορούσε να υπονομεύσει τα οικονομικά συμφέροντα της Μόσχας. Ενεργειακά, πυρηνικά και μεταφορικά έργα που υποστηρίζει η Ρωσία έχουν ήδη διαταραχθεί, ενώ η περαιτέρω εξασθένηση της ιρανικής οικονομίας θα περιόριζε τις εμπορικές προοπτικές. Παράλληλα, οι συνεχιζόμενες διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ απειλούν τα δίκτυα χρηματοδότησης, εφοδιασμού και επανεξαγωγών στον Περσικό Κόλπο, τα οποία χρησιμοποιεί η Ρωσία για να παρακάμπτει τις κυρώσεις.
Επιπλέον, η Μόσχα διαθέτει περιορισμένη διπλωματική επιρροή στην εξελισσόμενη σύγκρουση και εξακολουθεί να δίνει προτεραιότητα στον πόλεμο στην Ουκρανία. Οι ανάγκες του ρωσικού στρατού σε αεροσκάφη, πυραύλους και συστήματα αεράμυνας, σε συνδυασμό με τους οικονομικούς περιορισμούς του Ιράν, τους χρόνους παραγωγής και τις απαιτήσεις εκπαίδευσης, περιορίζουν τις δυνατότητες ουσιαστικής στρατιωτικής ενίσχυσης της Τεχεράνης. Ενδεικτική είναι η απουσία μαζικών παραδόσεων προηγμένων μαχητικών αεροσκαφών και αντιαεροπορικών συστημάτων μεγάλης εμβέλειας, όπως τα S-300 και S-400, τα οποία θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικά για την αντιμετώπιση της αμερικανικής και ισραηλινής αεροπορικής ισχύος. Η Ρωσία έχει, επίσης, λόγους να αποφεύγει εξοπλιστικές μεταφορές που θα μπορούσαν να επιδεινώσουν τις σχέσεις της με το Ισραήλ, την Τουρκία, τις χώρες του Κόλπου ή τις ΗΠΑ.
Από την πλευρά του, το Ιράν δεν έχει προσφέρει στη Μόσχα το ανθρώπινο δυναμικό που χρειάζεται στον πόλεμο της Ουκρανίας ούτε έχει δείξει διάθεση να αναπτύξει δικά του στρατεύματα στο πεδίο της μάχης. Για την Τεχεράνη, βασική προτεραιότητα θα είναι η αξιοποίηση της ρωσικής τεχνογνωσίας και τεχνολογίας για την αποκατάσταση των στρατιωτικών δυνατοτήτων που έχουν υποστεί ζημιές από τον δωδεκαήμερο πόλεμο με το Ισραήλ το 2025 και τον συνεχιζόμενο πόλεμο ΗΠΑ – Ισραήλ, ο οποίος άρχισε τον Φεβρουάριο του 2026. Οι επιθέσεις έχουν πλήξει τη βιομηχανική ικανότητα και τις εγκαταστάσεις στρατιωτικής παραγωγής του Ιράν, ενώ παραμένει ο κίνδυνος νέας κλιμάκωσης. Η συνεργασία αναμένεται να επικεντρωθεί στην τεχνολογία πυραύλων και drones, στα συστήματα πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης (ISR), στη δορυφορική υποστήριξη, στην πρόωση και την καθοδήγηση όπλων, στον ηλεκτρονικό πόλεμο, καθώς και στην εκπαίδευση και την ανταλλαγή επιχειρησιακής εμπειρίας.
Εντούτοις, η Ρωσία και το Ιράν θα χρειαστούν, πιθανότατα, χρόνια για να αναπληρώσουν τα αποθέματα όπλων τους, να αποκαταστήσουν τη δομή των Ενοπλων Δυνάμεών τους και να καλύψουν τις πολεμικές απώλειες. Η ανάγκη αυτή δημιουργεί κίνητρα για στενότερη αμυντική και βιομηχανική συνεργασία, κυρίως στην παραγωγή, στη μεταφορά τεχνολογίας, στην εκπαίδευση και την ανταλλαγή εμπειρίας. Ωστόσο, η μειωμένη διαθεσιμότητα προηγμένων συμβατικών όπλων δεν σημαίνει ότι οι δύο χώρες θα χάσουν τη δυνατότητα να απειλούν τους αντιπάλους τους. Αναμένεται να διατηρήσουν σημαντικές δυνατότητες σε πυραύλους, drones, κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές και άλλες μορφές ασύμμετρου πολέμου. Τα μέσα αυτά είναι φθηνότερα και μπορούν να ανασυσταθούν ταχύτερα από τα προηγμένα συμβατικά συστήματα, επιτρέποντας την απειλή αμερικανικών δυνάμεων και κρίσιμων υποδομών ακόμη και χωρίς συνολική ανατροπή της ισορροπίας στο πεδίο της μάχης.
Σε βάθος χρόνου, όσο το Ιράν ενσωματώνει αποτελεσματικότερα τις ρωσικές μεθόδους παραγωγής και την τεχνική και επιχειρησιακή τεχνογνωσία τόσο θα μειώνεται η εξάρτησή του από τη Μόσχα. Αντίστοιχα, η Ρωσία θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει το Ιράν ως χρήσιμο εταίρο, χωρίς όμως να παραχωρεί όλα τα μέσα που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις στρατιωτικές δυνατότητές του. Η Μόσχα είναι, επίσης, απίθανο να βοηθήσει την Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ακόμη και αν διευρύνει τη συνεργασία της μαζί της στον τομέα της πολιτικής πυρηνικής ενέργειας. Εως το 2030, οι δεσμοί των δύο χωρών αναμένεται να έχουν αποκτήσει μεγαλύτερο θεσμικό βάθος, μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών, της μεταφοράς τεχνολογίας διπλής χρήσης, των εξοπλιστικών προμηθειών και της οικονομικής συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της κυβερνοασφάλειας. Η κοινή τεχνογνωσία, οι μέθοδοι παραγωγής και τα δίκτυα παράκαμψης κυρώσεων θα αποτελέσουν μακροχρόνια στοιχεία της σχέσης τους, ακόμη και όταν υποχωρήσουν οι άμεσες πολεμικές ανάγκες.


















