Με το φόβο του bail in ξύπνησε σήμερα η Ευρώπη

05/12/16 • 14:41 | UPD 05/12/16 • 14:43

Πριν ακόμη οι Ιταλοί μπουν στο παραβάν, κάποιοι οικονομικοί αναλυτές της ευρωζώνης προειδοποιούσαν πως η κατάσταση της ιταλικής οικονομίας και των τραπεζών είναι τόσο εύθραυστη, που η διαφορά του «Nαι» από το «Οχι» να περιορίζεται στο εξής: Ενώ το πρώτο θα μπορούσε απλώς και μόνο να καθυστερήσει την καταστροφή, το δεύτερο είναι σε θέση να την επιφέρει μια ώρα αρχύτερα.

Μπροστά στο φόβο της σημερινής αντίδρασης των αγορών και των καταθετών, στο «παρά 1’» της κάλπης ο υπουργός Οικονομικών, Πιερ Κάρλο Παντοάν (άνθρωπος-κλειδί της επόμενης μέρας ως δυνητικός επικεφαλής μιας κυβέρνησης τεχνοκρατών ύστερα από πιθανή παραίτηση του Ρέντσι), καθησύχασε ότι «δεν υπάρχει κίνδυνος οικονομικού σεισμού» σε περίπτωση ήττας της κυβέρνησης. Το πολύ να ακολουθήσει «ένα 48ωρο αναταράξεων», είπε.

Δύο δεδομένα

Υπάρχουν όμως δύο δεδομένα που υποσκάπτουν τον ισχυρισμό του. Το ένα είναι η βαθιά πολιτική διαίρεση της Ε.Ε. και η σύγκρουση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε με τον Μάριο Ντράγκι για την αναγκαιότητα και το εύρος των πυροσβεστικών παρεμβάσεων της ΕΚΤ. Το άλλο σχετίζεται με το απίστευτα σαθρό οικοδόμημα των ιταλικών τραπεζών, που κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να τιναχτεί στον αέρα με μοιραίες συνέπειες για την Ευρώπη.

Ήδη την Παρασκευή, την ώρα που η Κομισιόν εξέταζε το αίτημα της Ιταλίας για παροχή κρατικής βοήθειας σε 8-14 τράπεζές της (οι οποίες απέτυχαν κατ’ ουσίαν στα stress test του 2014 και του 2016, αντιμετωπίζοντας σήμερα σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας κι ένα βουνό «κόκκινων δανείων» 360 δισ. ευρώ), η εκπρόσωπος του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στο Βερολίνο ξεκαθάριζε πως οι ευρωπαϊκοί κανόνες για το bail in που ισχύουν από την αρχή του 2016 πρέπει να τηρούνται και ότι οι επενδυτές των προβληματικών τραπεζών (ήτοι μέτοχοι, μικροομολογιούχοι, κάτοχοι επιχειρηματικών λογαριασμών όψεως, ακόμη και απλοί καταθέτες) πρέπει να σώζουν τις τράπεζες πριν από τους φορολογουμένους.

Με απλά λόγια, να «κουρεύονται» τα λεφτά τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα και το κοινό νόμισμα.

Σε αυτό το πλαίσιο η πρόσφατη δήλωση Σόιμπλε ότι «ψηφίζει “Ναι” για να στηρίξει τον Ρέντσι» φανέρωσε την αγωνία του μήπως αναδειχθεί μια αντιευρωπαϊκή «αριστεροδεξιά κυβέρνηση λαϊκιστών», που θα αμφισβητήσει τη θέση της Ιταλίας στο ευρώ και την πρόσδεσή της στο γερμανικής έμπνευσης Σύμφωνο Σταθερότητας. Όσο κι αν «γαβγίζει» ο Ρεντσι κατά της λιτότητας, όσο κι αν απειλεί με καταψήφιση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, σίγουρα δεν «δαγκώνει» όπως οι ανεξέλεγκτοι Μπέπε Γκρίλο και Ματέο Σαλβίνι.

Μια πολιτική νίκη των πρωτεργατών του «Οχι» απειλεί να σαρώσει σαν χάρτινο πύργο τη γραμμή Μαζινό της ΕΚΤ (δηλαδή την έκτακτη αγορά των ιταλικών ομολόγων), εκτοξεύοντας τα ιταλικά επιτόκια δανεισμού πολύ πάνω από το 2%. Κάτι τέτοιο βέβαια θα έχει συνέπεια να μεταδοθεί η κρίση στα ομόλογα άλλων χωρών του ευρώ, να δοθεί το σήμα στους κερδοσκόπους να επιτεθούν στις οικονομίες της Ιταλίας και άλλων ευάλωτων χωρών του Νότου (Πορτογαλία, Ισπανία) και φυσικά -όπως επισήμανε το Bloomberg- να πάει στράφι η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στην Ελλάδα, που μεταφράστηκε σε μείωση του επιτοκίου δανεισμού της στο 6,5%.

Παρατηρητές στη Ρώμη ψέγουν τον Ρέντσι ότι είχε την ευκαιρία να θωρακιστεί από όλα αυτά αν ανακεφαλαιοποιούσε τις ιταλικές
τράπεζες το 2014-2015, προτού τεθεί σε εφαρμογή η κοινοτική οδηγία για το bail in.

Πολύ αργά

Tώρα όμως είναι τραγικά αργά. Μέσα στο 2016 πάνω από 100 εκατομμύρια ευρώ έφυγαν από τις ιταλικές τράπεζες προ της διαφαινόμενης καταιγίδας, ο τραπεζικός δείκτης της Ιταλίας σημείωσε πτώση 50% από την αρχή της χρονιάς, ενώ στο ίδιο διάστημα η μετοχή του μεγάλου ασθενούς, της Monte dei Paschi di Sienna, έχασε το 82% της αξίας του.

Με τον Ρέντσι γονατισμένο και την αβεβαιότητα στο τιμόνι της Ιταλίας, είναι αμφίβολο αν θα βρεθούν τα απαραίτητα 5 δισεκατομμύρια ευρώ για την ανακεφαλαιοποίησή της κι αν θα καταφέρει να ξεφορτωθεί «κόκκινα δάνεια» 27 δισ. στο 1/3 της αξίας τους. Υστατη γραμμή άμυνας του ιταλικού τραπεζικού συστήματος είναι το μεγαλύτερο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της χώρας, η UniCredit, που εν όψει των εξελίξεων μετέφερε την επιχείρηση ανακεφαλαιοποίησής της στον Φεβρουάριο, μήπως και ως τότε έχει εξομαλυνθεί η κατάσταση.

Γ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου