Ανάλυση Stratfor: Κρας τεστ για Ρέντσι και…Ε.Ε. το ιταλικό δημοψήφισμα

04/12/16 • 15:34 | UPD 04/12/16 • 15:34

Σε μια εποχή που η Ευρώπη επεξεργάζεται ακόμη τα αποτελέσματα του Brexit και των αμερικανικών εκλογών, η Ιταλία γίνεται μια ακόμη πηγή αβεβαιότητας για την ήπειρο. Ο στόχος του σημερινού δημοψηφίσματος για μια σειρά συνταγματικών μεταρρυθμίσεων, που εισήχθησαν το 2015 από την κυβέρνηση του Ματέο Ρέντσι, είναι να διασφαλιστεί ότι στο μέλλον οι ιταλικές κυβερνήσεις θα είναι πιο σταθερές, μειώνοντας τις αρμοδιότητες και το μέγεθος της Γερουσίας, δίνοντας στη Βουλή των Αντιπροσώπων περισσότερη εξουσία και μεταφέροντας προνόμια από τις περιφερειακές διοικήσεις στην κεντρική κυβέρνηση της Ρώμης.

Η ιδέα πίσω από αυτές τις αλλαγές είναι να σπάσει ο κρίκος ανάμεσα στην πολιτική αστάθεια και την οικονομική ευπάθεια στην Ιταλία. Ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις για τον περιορισμό της αβεβαιότητας στη χώρα εγείρουν ερωτήματα για το μέλλον της.

Ο ΡΕΝΤΣΙ έχει υποσχεθεί ότι θα παραιτηθεί αν ο ιταλικός λαός ψηφίσει ενάντια στις μεταρρυθμίσεις, γεγονός που άφησε το περιθώριο στα κόμματα της αντιπολίτευσης -ακόμα και σε ορισμένα μέλη του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος του Ρέντσι- να δουν το δημοψήφισμα ως ευκαιρία για να εξαναγκάσουν τον πρωθυπουργό σε παραίτηση. Αρκετά κόμματα, συμπεριλαμβανομένων του Κινήματος των Πέντε Αστέρων και της -εναντίον της μετανάστευσης- Λίγκας του Βορρά, κάνουν εκστρατεία εναντίον των μεταρρυθμίσεων με στόχο την απαλλαγή από τον Ρέντσι. Και στα μάτια πολλών ψηφοφόρων, το δημοψήφισμα δεν είναι πλέον για τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, αλλά για την κυβέρνηση του πρωθυπουργού.

ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Ρέντσι πιθανότατα θα χάσει. Τελευταία όμως, οι δημοσκοπήσεις ήταν αναξιόπιστοι προάγγελοι εκλογικών αποτελεσμάτων, την ώρα που πολλοί παράγοντες θα επηρεάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Πρώτον, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι περισσότερο από το ένα τέταρτο των Ιταλών ψηφοφόρων δεν έχει αποφασίσει. Επίσης, κάποιες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η αντίθεση στις μεταρρυθμίσεις είναι ιδιαίτερα ισχυρή στη Νότια Ιταλία, όπου η προσέλευση των ψηφοφόρων είναι γενικά αδύναμη (δεν υπάρχει απαιτούμενο εκλογικό όριο για να κάνει το δημοψήφισμα έγκυρο). Τέλος, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ένας σημαντικός αριθμός Ιταλών δεν αισθάνονται ότι είναι καλά ενημερωμένοι σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις.

ΑΝ ΑΠΟΡΡΙΦΘΟΥΝ οι μεταρρυθμίσεις, η πολιτική εξουσία του Ρέντσι θα αποδυναμωθεί σε μεγάλο βαθμό και πιθανότατα θα παραιτηθεί. Η πτώση της κυβέρνησής του θα βλάψει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στην ιταλική οικονομία, οδηγώντας ενδεχομένως σε υψηλότερα επιτόκια στο χρέος της ιταλικής κυβέρνησης. Ο εύθραυστος τραπεζικός τομέας της Ιταλίας πιθανόν να αντιμετωπίσει ένα πιο δύσκολο περιβάλλον και να βρεθεί πιο κοντά στο να χρειαστεί βοήθεια από το κράτος. Η δυσπιστία στην ιταλική οικονομία μπορεί επίσης να επηρεάσει αρνητικά την αξία του ευρώ.

ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ είναι ότι μια παραίτηση Ρέντσι ενδέχεται να οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές, το αποτέλεσμα των οποίων θα μπορούσε να επηρεάσει το μέλλον της ευρωζώνης. Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων και η Λίγκα του Βορρά έχουν υποσχεθεί, εάν έρθουν στην εξουσία, να κάνουν δημοψήφισμα για τη συμμετοχή της Ιταλίας στη νομισματική ένωση. Το τρίτο κόμμα της αντιπολίτευσης, το Forza Italia, είναι επίσης αποφασιστικής σημασίας για τη νομισματική ζώνη και ενδεχομένως να επιλέξει να υποστηρίξει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι από όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., η στήριξη της Ιταλίας στο ευρώ είναι μια από τις χαμηλότερες.

ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ αν οι ψηφοφόροι απορρίψουν τις μεταρρυθμίσεις και παραιτηθεί ο Ρέντσι, δεν είναι δεδομένες οι πρόωρες εκλογές. Ο Ιταλός πρόεδρος, Σέρτζιο Ματαρέλα, θα μπορούσε να ζητήσει από το Κοινοβούλιο να σχηματίσει μια νέα κυβέρνηση και να διορίσει πρωθυπουργό, πιθανότατα με στόχο την εισαγωγή πολιτικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό το σενάριο «έπαιζε» το 2011, όταν ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι παραιτήθηκε από πρωθυπουργός και τοποθετήθηκε ο πρώην Ευρωπαίος επίτροπος Μάριο Μόντι, για να κάνει τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης στην Ε.Ε. Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων έχει δηλώσει ότι δεν θα υποστηρίξει μια υπηρεσιακή κυβέρνηση, αλλά το Δημοκρατικό Κόμμα και ο νέος εταίρος στο συνασπισμό εξακολουθούν να ελέγχουν αρκετές έδρες στο Κοινοβούλιο ώστε να διορίσουν νέο πρωθυπουργό, υπό την προϋπόθεση ότι θα παραμείνουν ενωμένοι.

ΔΙΑΦΟΡΟΙ παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση για το αν θα προκηρυχθούν νέες εκλογές. Κατ’ αρχάς, υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το ποιος εκλογικός νόμος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση πρόωρων εκλογών. Το 2015, ένας νέος εκλογικός νόμος τέθηκε σε εφαρμογή, γνωστός ως «Italicum», ο οποίος εισάγει εκλογές σε δυο γύρους και μπόνους εδρών για το κόμμα που θα νικήσει. Ωστόσο, για τον εν λόγω νόμο -που δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή ακόμα- έχει γίνει προσφυγή στη δικαιοσύνη και μέλη της ιταλικής κυβέρνησης συζητούν τρόπους για να τον αλλάξουν. Ενας από τους κύριους στόχους μιας υπηρεσιακής κυβέρνησης, στην περίπτωση που διοριστεί, θα είναι να ψηφίσει νέο εκλογικό νόμο.

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ από το αν θα γίνουν πρόωρες εκλογές, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα να θριαμβεύσει τελικά το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, επειδή όλο και περισσότεροι Ιταλοί έχουν κουραστεί από τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα. Αλλά, ακόμα και αν ένα νέο κόμμα, όπως το Κίνημα Πέντε Αστέρων, επρόκειτο να κερδίσει τις εκλογές, πιθανότατα η πρώτη του δουλειά θα ήταν οι πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις και όχι ένα άμεσο δημοψήφισμα για τη συμμετοχή στην ευρωζώνη. Επιπλέον, μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία του Κινήματος των Πέντε Αστέρων θα αντιμετώπιζε παρόμοια προβλήματα με τους προκατόχους της. Τα προβλήματα του Κινήματος των Πέντε Αστέρων με τη διακυβέρνηση της Ρώμης τονίζουν την έλλειψη εμπειρίας (στη διακυβέρνηση). Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και η μακρινή προοπτική ενός δημοψηφίσματος για την ευρωζώνη θα δημιουργούσε σημαντική αβεβαιότητα για το μέλλον της νομισματικής ζώνης.

ΑΝ ΠΕΡΑΣΟΥΝ οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, ο Ρέντσι ενδεχομένως να αποφασίσει να κεφαλαιοποιήσει τη νίκη του, διεξάγοντας πρόωρες εκλογές σε μια προσπάθεια να παγιώσει τη θέση του. Και έτσι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η Ιταλία μπορεί να «δει» εκλογές το 2017, όπως και η Γαλλία και η Γερμανία. Ως εκ τούτου, ανάλογα με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, από τα τέλη του επόμενου έτους τόσο η Γαλλία όσο και η Ιταλία θα μπορούσαν να ελέγχονται από πολιτικές δυνάμεις που θέλουν να εγκαταλείψουν τη νομισματική ένωση (και, στην περίπτωση του Εθνικού Μετώπου, την αποχώρηση από την Ε.Ε.). Υπό αυτές τις συνθήκες, το μπλοκ θα αντιμετωπίσει μια τεράστια προσπάθεια αναδιάρθρωσης για την προσαρμογή στη νέα πολιτική πραγματικότητά του. Αυτό θα συνεπαγόταν την επαναφορά ορισμένων προνομίων στις εθνικές κυβερνήσεις και, ενδεχομένως, το τέλος της ευρωζώνης ή την αντικατάστασή της από μικρότερες περιφερειακές νομισματικές ενώσεις. Αν και η πλήρης διάλυση της Ευρωπαϊκής Ενωσης εξακολουθεί να είναι απίθανη, δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς.

ΑΣΧΕΤΑ με το τι θα συμβεί στις 4 Δεκεμβρίου και ανεξάρτητα από τα εκλογικά αποτελέσματα στη Γαλλία και τη Γερμανία το επόμενο έτος, οι αντισυστημικές δυνάμεις που αποδείχθηκαν τόσο ισχυρές στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα συνεχίσουν να απειλούν τη συνέχεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

 

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής