Ανάλυση Stratfor: Δεν αρκεί μόνο η Μέρκελ για τη συνοχή της Ευρώπης

27/11/16 • 15:29 | UPD 27/11/16 • 15:30

Tην (περασμένη) Κυριακή, η Ανγκελα Μέρκελ ανακοίνωσε ότι θα θέσει υποψηφιότητα για τέταρτη θητεία ως καγκελάριος της Γερμανίας. Κατά τη διάρκεια συνάντησης του κόμματος της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης, η Μέρκελ υποσχέθηκε να αγωνιστεί πάνω σε μια κεντρώα πλατφόρμα, με επίκεντρο τη «δημοκρατία, την ελευθερία και το σεβασμό των ανθρωπίνων και των ατομικών δικαιωμάτων».

Μετά τα απροσδόκητα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος για το Brexit και των αμερικανικών εκλογών, πολλοί στη Γερμανία και σε ολόκληρο τον κόσμο βλέπουν τη Μέρκελ ως πηγή σταθερότητας και μετριοπάθειας σε μια περίοδο αβεβαιότητας και ακρότητας. Οι προκλήσεις, όμως, που θα αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ενωση κατά τους προσεχείς μήνες θα είναι πολύ μεγάλες για να τις διαχειριστεί ένα μόνο άτομο ή ακόμα και μία μόνο χώρα.

ΤΟ 2017, η Ευρωπαϊκή Ενωση θα αντιμετωπίσει απειλές σε επίπεδο πολιτικό, οικονομικό και αυτό της ασφάλειας. Τον Απρίλιο και τον Μάιο η Γαλλία θα έχει προεδρικές εκλογές. Μια νίκη από το Εθνικό Μέτωπο, ένα κόμμα που θέλει την αποχώρηση της Γαλλίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση και την ευρωζώνη, θα μπορούσε να οδηγήσει στη διάλυση της νομισματικής ζώνης, ακόμη και στη διάλυση του ηπειρωτικού μπλοκ. Επιπλέον, αν οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις στην Ιταλία αποτύχουν στο δημοψήφισμα της 4ης Δεκεμβρίου, είναι πιθανές πρόωρες εκλογές το 2017, γεγονός που θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα σε μια νίκη για το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, ένα κόμμα που θέλει την αποχώρηση από την ευρωζώνη.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ θα πρέπει επίσης να ασχοληθεί με την αβεβαιότητα στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη. Η νίκη του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει εγείρει ερωτήματα σχετικά με την ισχύ της αμερικανικής δέσμευσης για την ασφάλεια στην περιοχή και την πιθανή προσέγγιση Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας. Ενώ χώρες όπως η Ιταλία και η Αυστρία θα πιέσουν, κατά πάσα πιθανότητα, για τη βελτίωση των σχέσεων της Ε.Ε. με τη Μόσχα, αυτές που βρίσκονται πιο κοντά στα ρωσικά σύνορα, όπως η Πολωνία και η Εσθονία, θα στραφούν προς τη Γερμανία για διαβεβαιώσεις εναντίον της πιθανής ρωσικής επιθετικότητας, την ώρα που θα αναπτύσσουν τους δικούς τους περιφερειακούς δεσμούς ασφάλειας.

ΑΝ ΚΑΙ Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ είναι ο μεγαλύτερος οικονομικός και πολιτικός παράγοντας της Ευρώπης, αντιμετωπίζει μεγάλους περιορισμούς. Πρώτον, με προσανατολισμό στις εξαγωγές, η οικονομία της Γερμανίας εξαρτάται από την πρόσβαση στις ξένες αγορές, οπότε το σημερινό πολιτικό κύμα σκεπτικισμού για το ελεύθερο εμπόριο στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη θα μπορούσε να βλάψει τη γερμανική οικονομία. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ενωση ενώνει 28 χώρες με πολύ διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες. Οι περισσότερες χώρες είναι πρόθυμες να αμφισβητήσουν την ηγεσία της Γερμανίας και να αγνοήσουν την ευρωπαϊκή πίεση όταν τα εγχώρια συμφέροντά τους βρίσκονται σε κίνδυνο. Η απόφαση των περισσότερων κυβερνήσεων της Ε.Ε. να αγνοήσουν το υποστηριζόμενο από τη Γερμανία σχέδιο για τη διανομή των αιτούντων ασύλου μεταξύ των κρατών-μελών υπενθυμίζει τα όρια της επιρροής του Βερολίνου. Από την άλλη πλευρά, η ανοχή της Γερμανίας για την αποτυχία των μελών της ευρωζώνης να πετύχουν τους ευρωπαϊκούς στόχους για το έλλειμμα και το χρέος αποτελεί έκφραση της πολιτικής ευελιξίας του Βερολίνου, αλλά και μια αναγνώριση των περιορισμών του, αναφορικά με την εφαρμογή των κανόνων του μπλοκ.

Η ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ της Γερμανίας να ηγηθεί της Ε.Ε. διέπεται επίσης από τις συχνές αντιφάσεις μεταξύ των εθνικών προτεραιοτήτων της και των προκλήσεων που δημιουργούνται από τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ευρωζώνη παραμένει μια νομισματική ένωση χωρίς να υπάρχει δημοσιονομική ένωση, πράγμα που σημαίνει ότι τα κράτη-μέλη της μοιράζονται ένα νόμισμα, ενώ εφαρμόζουν διαφορετικές δημοσιονομικές πολιτικές. Τα σχέδια για τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής τραπεζικής ένωσης έχουν εφαρμοστεί μόνο μερικώς, καθώς η γερμανική αντίσταση ανέτρεψε την ιδέα της έκδοσης χρέους, από κοινού υποστηριζόμενη από τις χώρες της ευρωζώνης. Ενα μόνιμο ταμείο διάσωσης για την ευρωζώνη, το οποίο θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει διασώσεις για τις μικρές οικονομίες, δεν είναι τόσο ισχυρό να χειριστεί μια χώρα τόσο ισχυρή όπως η Ιταλία, στην περίπτωση που αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο χρεοκοπίας. Στο επίκεντρο όλων αυτών των ελλιπών πρότζεκτ έγκειται η απροθυμία της Γερμανίας να δεχθεί μέτρα που συνεπάγονται μεγαλύτερο βαθμό επιμερισμού των κινδύνων με τη Νότια Ευρώπη.

ΕΠΙΣΗΣ, η ιστορία οδηγεί τις ενέργειες της Γερμανίας. Το Βερολίνο δεν θέλει να φανεί ότι ενεργεί μόνο του, γι’ αυτό επιδιώκει διαρκώς συμμαχίες. Ο πολιτικός, ωστόσο, κατακερματισμός της Ευρώπης καθιστά ολοένα και πιο δύσκολο για τη Γερμανία να βρει αρκετή συναίνεση εντός του μπλοκ. Αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να επιδεινωθεί στη διάρκεια του 2017, αν οι ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις αποκτήσουν μεγαλύτερη επιρροή.

Η ΕΠΟΜΕΝΗ γερμανική κυβέρνηση ενδεχομένως να πρέπει να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η λαϊκή στήριξη για μεγαλύτερα κόμματα της Γερμανίας μειώνεται, με μερικές ψήφους να φεύγουν προς τις αναδυόμενες δυνάμεις τόσο στα δεξιά όσο και τα αριστερά. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα πιο κατακερματισμένο Κοινοβούλιο και σε μια κυβέρνηση συνασπισμού που θα ελέγχει μια μικρότερη πλειοψηφία εδρών, γεγονός που θα μπορούσε να περιορίσει τη δυνατότητα της νέας κυβέρνησης να εγκρίνει αμφιλεγόμενες πολιτικές.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ της οικονομικής κρίσης πριν από σχεδόν μία δεκαετία, η ισχυρή οικονομία και το σταθερό πολιτικό σύστημα της Γερμανίας την έκαναν την ηγέτιδα δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε περιόδους αβεβαιότητας, είναι φυσικό μόνο για πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες στην Ευρώπη και στο εξωτερικό να κοιτούν τη Γερμανία και να περιμένουν να δράσει με αποφασιστικότητα. Η γερμανική κυβέρνηση θα αντιδράσει σίγουρα σε γεγονότα στην Ευρώπη τον επόμενο χρόνο, προσπαθώντας να κρατήσει το μπλοκ ενωμένο. Ωστόσο, θα αντιμετωπίσει επίσης τους δικούς της περιορισμούς. Οι εσωτερικές αντιθέσεις της Ευρώπης και οι εξωτερικές απειλές δημιουργούν προκλήσεις για την Ε.Ε., οι οποίες θα μπορούσαν να ξεπεράσουν την ικανότητα του Βερολίνου να επηρεάσει τις εξελίξεις στο μπλοκ.

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής