ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

Οι ελληνικές ταινίες που πραγματοποίησαν διεθνή καριέρα [βίντεο]

03/12/19 • 17:44 | UPD 03/12/19 • 20:35

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΡΔΟΚΑΣ

Η σύνδεση του ελληνικού κινηματογράφου με το εξωτερικό ξεκινά από τα αρχικά βήματά του, όταν οι πρωτοπόροι αδελφοί Μανιάκη κάνουν τα πρώτα γυρίσματα στα Βαλκάνια

Η σύνδεση του ελληνικού κινηματογράφου με το εξωτερικό ξεκινά από τα αρχικά βήματά του, όταν οι πρωτοπόροι αδελφοί Μανιάκη κάνουν τα πρώτα γυρίσματα στα Βαλκάνια. Η εξάρτηση του χώρου από το εξωτερικό είναι απόλυτη, αφού μηχανήματα, φιλμ και κάθε υλικό ή τεχνογνωσία εισάγονται πανάκριβα και με καθυστέρηση.

Χρειάζεται να περάσουν πάνω από 11 χρόνια από την πρώτη ομιλούσα ταινία για να γυριστεί η αντίστοιχη ελληνική (1939, «Το τραγούδι του χωρισμού», που παράγεται εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα) και πάνω από 30 (1956) ώστε να γυριστούν οι πρώτες έγχρωμες ελληνικές ταινίες («Αγαπητικός της βοσκοπούλας» και «Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες»). Εισιτήρια και εισπράξεις, στην καλύτερη περίπτωση, μόλις που καλύπτουν το κόστος, με αποτέλεσμα η περιορισμένη εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή, ασφυκτιώντας οικονομικά στη μικρή ελληνική αγορά, ν’ αναζητά διαρκώς δίοδο στο εξωτερικό. Η πρώτη που το καταφέρνει είναι η «Κάλπικη λίρα».

Η πρώτη σπονδυλωτή ταινία του ελληνικού κινηματογράφου έρχεται με την «Ιστορία κάλπικης λίρας», όπως είναι ο επίσημος τίτλος. Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Γιώργος Τζαβέλας περνά με ευκολία ανάμεσα σε τέσσερις κινηματογραφικές τάσεις της εποχής (κωμωδία, φαρσοκωμωδία, κοινωνικό και αισθηματικό δράμα) καταλήγοντας στο ομορφότερο «Σ’ αγαπώ» του ελληνικού κινηματογράφου που λέει η αστή ερωτευμένη Ελλη Λαμπέτη στον παθιασμένο, ονειροπόλο ζωγράφο Δημήτρη Χορν. Η ταινία καταγράφει με μαεστρία τη μετεμφυλιακή καθημερινότητα της πρωτεύουσας, κοινωνικούς κώδικες και το αστικό τοπίο της περιόδου, μέσα από ένα ξεχωριστό σενάριο. Παρότι την έχουμε δει όλοι, ελάχιστοι έχουμε προσέξει ότι είναι η πρώτη ταινία που υπάρχει κοντινό πλάνο δεκατριών δευτερολέπτων με ακάλυπτο γυναικείο στήθος όταν ένα γυμνό μοντέλο ποζάρει στον ζωγράφο Χορν.

Η ταινία κόβει 208.410 εισιτήρια στην πρώτη προβολή της που ξεκινά στις 24 Ιανουαρίου 1955, αλλά η μεγάλη καλλιτεχνική της πορεία ξεκινά αμέσως μετά. Συμμετέχει και βραβεύεται σε πολλά διεθνή φεστιβάλ, σημειώνει τεράστια εισπρακτική επιτυχία στη Σοβιετική Ενωση, όπου παίζεται για αρκετό διάστημα παράλληλα σε χίλιες αίθουσες με μεγάλο, αλλά άγνωστο, αριθμό θεατών, ενώ η γνωστή ατάκα, «αόμματος», του Μίμη Φωτόπουλου, μένει για αρκετό καιρό στα στόματα των Σοβιετικών. Τέλος, στο σημαντικό βιβλίο του Γάλλου θεωρητικού Ζορζ Σαντούλ «Η ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου» συμπεριλαμβάνεται στις 1.000 σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών.

Μεγαλύτερη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία της εποχής είναι φυσικά το «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασέν, με τη Μελίνα Μερκούρη (1960). Με προϋπολογισμό μόλις 151.000 δολ. και 184.524 εισιτήρια στην Ελλάδα, αποφέρει πάνω από 8 εκατ. δολ. παγκοσμίως, γίνεται μιούζικαλ στο Μπρόντγουεϊ και καθιερώνει τη Μελίνα ως διεθνή σταρ. Είναι υποψήφιο για τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών, με τη Μελίνα να μοιράζεται το βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου με τη Ζαν Μορό, ενώ διεκδικεί πέντε Οσκαρ (Α’ γυναικείου ρόλου, ενδυματολογίας, σεναρίου, σκηνοθεσίας και μουσικής) κερδίζοντας μόνο το τελευταίο. Τα οφέλη της συγκεκριμένης ταινίας για τη χώρα υπερβαίνουν κατά πολύ αυτά μιας κινηματογραφικής παραγωγής, αφού καθιερώνει διεθνώς την ελληνική μουσική και τον αντίστοιχο τρόπο διασκέδασης, οδηγώντας σε ένα τουριστικό ρεύμα που ξεκινά από τη συγκεκριμένη φολκλορική εικόνα της ταινίας. Ο Μάνος Χατζιδάκις μπορεί να αποποιείται τη μουσική από τα «Παιδιά του Πειραιά» και το Οσκαρ που κερδίζει, αλλά πλέον το μπουζούκι γίνεται διεθνώς αναγνωρίσιμο μουσικό όργανο, ανοίγοντας έναν κύκλο ελληνικών ταινιών αντίστοιχης μουσικής θεματολογίας.

Ανάλογου αποτελέσματος, με προβολή της ελληνικής μουσικής και χορού, είναι και ο «Ζορμπάς» του Μιχάλη Κακογιάννη. Κερδίζει τρία Οσκαρ το 1964 (Β’ γυναικείου ρόλου, καλλιτεχνικής διεύθυνσης και φωτογραφίας), αλλά η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και το συρτάκι του Αντονι Κουίν αποτελούν μέχρι σήμερα διεθνώς αναγνωρισμένες πηγές διασκέδασης και ψυχαγωγίας και ξεπερνούν τα όρια της ταινίας.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 δύο «κόκκινες» ταινίες του κορυφαίου σκηνοθέτη Βασίλη Γεωργιάδη προτείνονται από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου για το Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Τα «Κόκκινα φανάρια» το 1963 και «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» το 1965. Η πρώτη, αντίθετα με ό,τι πιστεύουν οι περισσότεροι ή γράφεται, δεν γυρίζεται στην Τρούμπα αλλά στο Στούντιο Αλφα, όπου στήθηκε το μεγαλύτερο μέχρι τότε σκηνικό για ελληνική ταινία. Δύο χρόνια μετά, το 1965, με φόντο τον θεσσαλικό κάμπο, γυρίζεται το πρώτο ελληνικό γουέστερν, «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο», που χάνει το Οσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας εκείνης της χρονιάς από το «8½» του Φεντερίκο Φελίνι. Ο σκηνοθέτης Βασίλης Γεωργιάδης τη θεωρεί ως την καλύτερή του ταινία, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι κάποια από τα πλάνα της αντιγράφονται από τον Σέρτζιο Λεόνε στα δικά του κορυφαία γουέστερν. Ο Γιώργος Φούντας, που αποτελεί πρώτη επιλογή για τον ρόλο του κακού αδελφού, αρνείται να μετέχει, αφού μετά την επιτυχία του «Ποτέ την Κυριακή» επιχειρεί να κάνει διεθνή καριέρα, ενώ το όνομά του συζητείται για τον ρόλο του πράκτορα 007 πριν αυτός καταλήξει στον Σον Κόνερι. Τον ρόλο του «κακού» επιθυμεί διακαώς ο Νίκος Κούρκουλος, σε σημείο που αν δεν είχε συμβόλαιο με τη Φίνος, θα αποχωρούσε από την ταινία. Τελικά, αρκείται σε αυτόν του «καλού», αλλά δεν θα ξαναπαίξει ποτέ σε ταινία της Φίνος ούτε του Βασίλη Γεωργιάδη. Ο τελευταίος επιλέγει τον άγνωστο τότε Γιάννη Βόγλη, που, μετά από πολλές αρνήσεις, φτάνει στα γυρίσματα οδικώς από την Αγγλία. Ο σεμνός Βόγλης ντρέπεται στις ερωτικές σκηνές με τη Μαίρη Χρονοπούλου, αλλά όταν τελειώνουν οι αμπούλες αίματος για τις σκηνές βίας, έχει την ιδέα να μπει τοματόζουμο σε προφυλακτικό, όπως τελικά γίνεται.

Έργα γυρισμένα στο εξωτερικό

Η αρχή μπορεί να γίνεται από τους αδελφούς Μανάκη, αλλά στην πορεία αρκετοί παραγωγοί και σκηνοθέτες καταφεύγουν στη λύση των γυρισμάτων στο εξωτερικό, με διπλό στόχο. Ανοιγμα στο διεθνές κοινό και επίδειξη οικονομικής ευρωστίας στο εγχώριο. Οταν αυτό δεν είναι δυνατό, αρκούν κάποια πλάνα ή φωτογραφίες ξένων πρωτευουσών, με τους πρωταγωνιστές στον φόντο να γυρίζουν όλο τον κόσμο χωρίς να… απομακρύνονται από το στούντιο. Η μεγάλη εισπρακτική επιτυχία της ταινίας «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο» και η φήμη της Αλίκης Βουγιουκλάκη στην Τουρκία οδηγούν παραγωγούς της γείτονος στην πρόταση να γυριστεί η συνέχειά της στην Κωνσταντινούπολη. Τελικά η ταινία «Χτυποκάρδια στο θρανίο» γυρίζεται δύο φορές πλάνο πλάνο για το ελληνικό και το τουρκικό κοινό, αντίστοιχους ηθοποιούς και σταθερή την Αλίκη Βουγιουκλάκη, με φυσικό αποτέλεσμα την εισπρακτική επιτυχία στην Τουρκία. Γυρισμένη στην Ιταλία είναι η ταινία του 1961 «Ραντεβού στη Βενετία», όπου εμφανίζεται για πρώτη φορά η Γκιζέλα Ντάλι, με πολλές σκηνές να γυρίζονται στη Βενετία και στο πλοίο. Σε Ιταλία και Ισπανία γυρίζεται το «Ο ταυρομάχος προχωρεί» με τον Κώστα Χατζηχρήστο, το 1963, στην Κύπρο το «Διακοπές στην Κύπρο μας» το 1971 πριν από την τουρκική εισβολή, ενώ εξ ολοκλήρου στη Νέα Υόρκη γυρίζεται το «Οκέυ φίλε» με τον Γιώργο Μαρίνο το 1974. Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση της θεατρικής περιοδείας του θιάσου Χατζηχρήστου-Φωτόπουλου-Γκιωνάκη το 1966 στην ομογένεια των ΗΠΑ. Οι πρωταγωνιστές, μη θέλοντας να χάσουν πολύτιμο χρόνο, επωφελούνται των πολυήμερων ταξιδιών και γυρίζουν στη διάρκειά τους δύο ταινίες: «Το πλοίο της χαράς», πηγαίνοντας προς Αμερική και το «Ενα καράβι Παπαδόπουλοι», επιστρέφοντας, με τις περισσότερες σκηνές να εξελίσσονται μέσα στο πλοίο και ελάχιστες στη Νέα Υόρκη.

Από την έντυπη έκδοση

Copy link
Powered by Social Snap