Φόροι χωρίς τέλος στα ακίνητα

20/12/17 • 07:31 | UPD 20/12/17 • 07:31

Είναι δεδομένο ότι δεν μπορεί να υπάρξει οικονομική ανάκαμψη της χώρας εάν δεν υπάρξει ελάφρυνση της κτηματαγοράς.

Είναι δεδομένο ότι δεν μπορεί να υπάρξει οικονομική ανάκαμψη της χώρας εάν δεν υπάρξει ελάφρυνση της κτηματαγοράς, η οποία αποτελεί παραδοσιακά την ατμομηχανή της οικονομίας.

Oμως και η αγορά ακινήτων, όπως και οι περισσότεροι τομείς και δραστηριότητες, έχει πληγεί ιδιαίτερα από τα επώδυνα μέτρα λιτότητας που έχει επιβάλει κατά την τελευταία τριετία η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Η κυβέρνηση μείωσε τα εισοδήματα και επιβάρυνε τα ακίνητα με τη διατήρηση, αλλά και επέκταση, του περιώνυμου ΕΝΦΙΑ, τον οποίο είχε υποσχεθεί ο κ. Τσίπρας ότι θα καταργούσε, καθώς επίσης με μια σειρά άλλων φόρων που επέβαλε. Μάλιστα, από τον Ιανουάριο επανέρχονται σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 41 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος για την επιβολή φόρου υπεραξίας στις μεταβιβάσεις ακινήτων. Αυτό σημαίνει ότι όσοι αποφασίσουν με το νέο έτος να πουλήσουν σπίτια ή άλλα κτίσματα, οικόπεδα και αγροτεμάχια θα βρεθούν αντιμέτωποι με την υποχρέωση να πληρώσουν επιπλέον φόρο υπεραξίας.

Πρόκειται για συμφωνία της κυβέρνησης Τσίπρα με τους δανειστές, ώστε να τεθεί και πάλι σε ισχύ η εφαρμογή του συγκεκριμένου φόρου, η οποία, όπως είναι γνωστό, είχε ανασταλεί για τα έτη 2015 έως και 2017 με νομοθετικές ρυθμίσεις που είχαν ψηφιστεί από τη Βουλή το 2014 και το 2016. Να σημειωθεί ότι ο φόρος αυτός θα επιβάλλεται από την 1η – 1 – 2018 σε κάθε μεταβίβαση ακινήτου εφόσον η τιμή πώλησης είναι μεγαλύτερη από την τιμή κτήσης του. Μάλιστα ο φόρος θα επιβάλλεται με συντελεστή 15% και θα επιβαρύνει τον πωλητή του ακινήτου, ενώ ο αγοραστής θα εξακολουθήσει να επιβαρύνεται με φόρο μεταβίβασης 3% επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.
Κατόπιν αυτού, η επαναφορά του φόρου υπεραξίας αναμένεται ότι θα προκαλέσει ένα νέο ισχυρό σοκ για την ήδη καταβαραθρωμένη ελληνική κτηματαγορά, επιφέροντας παράλληλα πλήγμα και στην οικονομία.

Αυτό που θα πρέπει να γίνει είναι να υπάρξει ελάφρυνση της κατοικίας, τόσο της κύριας, όσο και της παραθεριστικής, ώστε να προκύψουν ευκαιρίες αγοραπωλησίας και να γίνουν νέες επενδύσεις και, παράλληλα, να δημιουργηθούν χιλιάδες θέσεις εργασίας και να ωφεληθούν δεκάδες επαγγέλματα που είναι συνδεδεμένα με τις κατασκευές.