Μια αχρείαστη επίσκεψη

08/12/17 • 07:26 | UPD 08/12/17 • 07:26

Οταν προσκαλείς τον πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας, και μάλιστα για πρώτη φορά ύστερα από 65 χρόνια, είναι αυτονόητο ότι θα έπρεπε να υπήρχε και από τις δύο πλευρές άριστη προετοιμασία, η οποία θα διασφάλιζε την προαγωγή των καλών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών και την ανάδειξη των ζητημάτων που μπορούν να μας φέρουν πιο κοντά, και όχι να μας απομακρύνουν.

Στην περίπτωση της χθεσινής επίσκεψης του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα έγιναν ακριβώς τα αντίθετα. Με αποτέλεσμα ο μέσος πολίτης να αναρωτιέται για ποιο ακριβώς λόγο η Αθήνα επέλεξε να προσκαλέσει τον Τούρκο πρόεδρο, χωρίς να έχει προλειάνει το έδαφος για μια πραγματικά εποικοδομητική συνάντηση προς όφελος και των δύο χωρών.

Ο παροξυσμός προκλητικών δηλώσεων του Ερντογάν στο Προεδρικό Μέγαρο, όπου αμφισβήτησε τη Συνθήκη της Λωζάννης μέσα στην έδρα του Ελληνα ανώτατου άρχοντα, κάνοντας λόγο για τουρκική μειονότητα της Δυτικής Θράκης και «γκριζάροντας» ξανά το Αιγαίο, θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί.

Εάν μάλιστα η ελληνική διπλωματία διέβλεπε ότι δεν υπήρχε κοινό σημείο επαφής, τότε δεν θα έπρεπε να είχε γίνει αυτή η επίσκεψη, η οποία άλλωστε ανακοινώθηκε μόλις πριν από μία εβδομάδα.

Η Ελλάδα, με την επίσκεψη αυτή, έδωσε βήμα στον Τούρκο πρόεδρο να διεθνοποιήσει όλες του τις απαιτήσεις και να πει με τον πιο επίσημο τρόπο πράγματα που μέχρι χθες ακούγονταν μόνο σε κλειστές αίθουσες και σε δημόσιες πολιτικές συγκεντρώσεις του Ερντογάν στην Τουρκία.

Οταν γνωρίζεις ότι ο επισκέπτης σου θα έλθει για καβγά, πολύ απλά δεν τον προσκαλείς. Ιδίως όταν η ελληνική πλευρά, όπως φάνηκε από τις χθεσινές συναντήσεις, δεν είχε καμία ατζέντα να προωθήσει.

Δυστυχώς, αυτό που έμεινε από την επίσκεψη του προέδρου της Τουρκίας ήταν η απίστευτη προκλητικότητα του Ερντογάν, κάτι που δεν άρμοζε σε μια συνάντηση που έγινε ύστερα από 65 χρόνια.

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου