«Πάμε βόλτα»; Αυτή ήταν η πρώτη πρωινή κουβέντα που της έλεγα. Η Sunny κουνούσε το κεφαλάκι της αριστερά - δεξιά. Ερχόταν προς το μέρος μου, για να της βάλω το λουράκι. Στη γειτονιά μύριζε κάθε γωνιά ψάχνοντας μήπως βρει να φάει κάτι. Λες και δεν είχε όσο φαγητό ήθελε στο σπίτι.
Μόλις γυρίζαμε από τη βόλτα, άρχιζε το γάβγισμα. Ήθελε να της δώσω λιχουδιά. Και, μετά της άρεσε να ξαπλώνει στη βεράντα για να λιαστεί, ακόμα και τις ημέρες που είχε καύσωνα. Σκεφτόμουν πως, ίσως, να ήταν τόσο έξυπνη, που ήξερε τι σήμαινε το όνομά της: ηλιόλουστη.
Δεν ήταν κάποια ράτσα. Λίγο κανίς, λίγο μαλτεζάκι, λίγο απ’ όλα. Με άσπρο τρίχωμα, το οποίο όταν μάκραινε την έκανε να φαίνεται πληθωρική. Γι’ αυτό και της έκανα πλάκα και καμιά φορά την φώναζα «ντρούλα» από το «χοντρούλα». Όχι, δεν ήταν body shaming, αλλά ένα γλυκό υποκοριστικό.
Μόλις άνοιγε το ψυγείο, ο φούρνος, άκουγε να ξετυλίγουμε αλουμινόχαρτο ή τον ήχο του μαχαιροπήρουνου στο πιάτο έτρεχε. Έκανε ψεύτικο κλάμα, ερχόταν και έβαζε το ποδαράκι της στο χέρι μας, για να της δώσουμε φαγητό. Γάβγιζε επίμονα μέχρι να μας κάνει να τη… λυπηθούμε. Λογικό και εγώ το ίδιο θα έκανα, δεν γίνεται να τρως κάθε μέρα για μια ζωή ξηρά τροφή. Λάτρευε να γλείφει ό,τι είχε μείνει στο μπολάκι από το γιαούρτι.
Το βράδυ όταν γύριζα από τη δουλειά, τη φώναζα: «πού είναι η κοριτσάρα μου;». Έτρεχε σαν παλαβή και έπεφτε ανάσκελα στο πάτωμα για να τη χαϊδέψω στην κοιλιά της. Έπαιζε με τα παιχνίδια της. Έπαιζε και με την τροφή της. Την πέταγε μακριά και μας «προκαλούσε» να πάμε να της την πάρουμε.
Είχε εξαιρετική αντίληψη. Της μιλούσες και αντιδρούσε σαν να καταλάβαινε τα πάντα. Πανέξυπνη. Μπορεί να τυφλώθηκε από αυτοάνοσο πριν από πέντε χρόνια, αλλά δεν χαμπάριασε. Συνέχισε να κινείται μέσα στο σπίτι, σαν να έβλεπε κανονικά. Ακόμα και στον δρόμο ήξερε απ’ έξω και ανακατωτά όλη τη γειτονιά.
Πόσες αναμνήσεις. Βόλτα στη βροχή και στο χιόνι. Μπάνιο στη θάλασσα. Ταξίδια. Ατελείωτες ώρες ξάπλα στον καναπέ δίπλα μας για χάιδεμα ή ύπνο.

Η αναιμία τη χτύπησε. Ξεκίνησε καθημερινά κορτιζόνη. Και, πάλι όμως ήταν δυνατή. Τώρα τον Αύγουστο «σκάλιζε» για ώρα τον κήπο στο σπίτι των διακοπών. Πώς μου ήρθε και είπα, πως «μοιάζει να βρίσκεται στον παράδεισό της». Μια μέρα αφότου γυρίσαμε στο σπίτι «έφυγε». Μάλλον, περίμενε να επιστρέψει στο σπίτι της, για να πάει στον «παράδεισο». Ούτε έκλαψε ούτε γκρίνιαξε. Σαν να έπεσε για ύπνο. Ήρεμη και γλυκιά.
Νομίζω πως θα με ξυπνήσει το πρωί για τη βόλτα. Πώς θα ακούσω ξανά το γάβγισμά της. Πώς θα εμφανιστεί και πάλι για να τη χαϊδέψω.
Όποιος δεν έχει κατοικίδιο, ίσως, να μας θεωρεί «βαρεμένους» και «τρελούς» όλους όσοι έχουμε βάλει στο σπίτι μας ένα μικρό απροστάτευτο τετράποδο. Ένα ζωάκι που του δίνεις αγάπη και σου δίνει αγάπη. Ο σκύλος δεν είναι μόνο ο πιο πιστός φίλος του ανθρώπου. Είναι η πιο ανιδιοτελής σχέση του ανθρώπου.
Ναι, λοιπόν, η Sunny ήταν μέλος της οικογένειας. Γι’ αυτό και η απώλειά της πονάει.
Τώρα, βέβαια, σκέφτομαι πως η «ηλιόλουστη» θα μπορεί να απολαμβάνει αιώνια την αγαπημένη της λιακάδα. Και, θα γαβγίζει ευτυχισμένη…






















