Ξεκίνησε η εβδομάδα που παραδοσιακά ονομάζουμε «εβδομάδα ΔΕΘ». Ήδη στη Βόρεια Ελλάδα βρίσκονται ή θα βρεθούν τις επόμενες ημέρες δεκάδες υπουργοί της κυβέρνησης και στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, σε μια συντονισμένη προσπάθεια να επικοινωνήσουν το κυβερνητικό έργο, αλλά και να ακούσουν τους ίδιους τους πολίτες. Άλλωστε, ό,τι γίνεται έχει πάντα ως τελικό αποδέκτη την ίδια την κοινωνία. Για αυτό και η 90ή ΔΕΘ ίσως να είναι η πιο κρίσιμη των τελευταίων ετών.
Το γεγονός ότι είναι προεκλογική χρονιά είναι σημαντικό, αλλά δεν είναι το σημαντικότερο. Αν ανοίξουμε τη μεγάλη εικόνα θα δούμε ότι η χώρα βρίσκεται στην τελική ευθεία για το μεγάλο ορόσημο του 2030, δηλαδή για τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Όμως, το ζητούμενο δεν είναι να γίνει ένας απολογισμός δύο αιώνων, αλλά μία προβολή στο μέλλον. Ποια είναι η Ελλάδα του 21ου αιώνα που θέλουν και απαιτούν οι πολίτες; Αυτό ίσως να είναι και το διακύβευμα των εκλογών.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει με ασύλληπτες ταχύτητες και η Τεχνητή Νοημοσύνη δημιουργεί συνθήκες που ούτε καν μπορούμε να διανοηθούμε, είναι αδιανόητο να παραμένουμε κολλημένοι σε συνήθειες και πρακτικές του παρελθόντος. Προφανώς και πρέπει οι κυβερνώντες να δώσουν λύσεις σε υπαρκτά προβλήματα του σήμερα, προφανώς και πρέπει να ξεδιπλωθούν βραχυπρόθεσμες πολιτικές για την οικονομία, την αγορά εργασίας, τη στέγαση, την εκπαίδευση, την Υγεία. Όμως, την ίδια στιγμή, πρέπει να υπάρχει και ένας οδικός χάρτης για τις επόμενες γενιές.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μεταρρυθμιστούν τα πάντα. Από το παραγωγικό μοντέλο της χώρας μέχρι την εκπαίδευση. Από την αγορά εργασίας μέχρι τον τρόπο λειτουργίας του δημόσιου τομέα. Από την αγροτική παραγωγή μέχρι τις startups και την εθνική πολιτική για το Διάστημα. Και φυσικά από την εθνική άμυνα μέχρι την εξωτερική πολιτική.
Όλα αυτά δεν «χωρούν» σε ένα καλάθι ΔΕΘ. Αυτά απαιτούν συγκρότηση, σχέδιο, όραμα και ανοιχτό ορίζοντα. Χρειάζονται πολιτικούς και τεχνοκράτες συγκροτημένους σε μια ομάδα που να τρέχει με αντοχές μαραθωνοδρόμου. Τα τελευταία επτά χρόνια η κυβέρνηση θεράπευσε πληγές του παρελθόντος, ανόρθωσε την εθνική οικονομία και έθεσε τις βάσεις για ένα νέο κράτος, προχωρώντας σε ιστορικές μεταρρυθμίσεις και σπάζοντας ταμπού που άντεχαν σε όλη τη Μεταπολίτευση. Χρειάζονται άλλα τόσα. Αυτή είναι η απάντηση για την οποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει να μιλά ως το ορόσημο του 2030. Και είναι ο μοναδικός πολιτικός αρχηγός που πραγματικά επιμένει.
