Πολιτική για γερά νεύρα

28/12/16 • 10:09 | UPD 28/12/16 • 10:09

Αν η πολιτική προϋποθέτει γνώσεις ψυχολογίας και διπλωματίας, τότε η σημερινή κυβέρνηση βρίσκεται σε σαφή μειονεκτική θέση. Οσες φορές προσπάθησε να παίξει με όρους τακτικισμού, εκβιάζοντας πότε τη συμπάθεια των Ευρωπαίων και πότε τη συνθηκολόγησή τους, δεν τα κατάφερε ποτέ.

Γράφει η Δέσποινα Κονταράκη*

Ούτε με τους προεκλογικούς ζουρνάδες, ούτε με τις δημιουργικές ασάφειες, ούτε με τις μπλόφες και το δίλημμα του δημοψηφίσματος. Παρ’ όλα αυτά επιμένει, εφευρίσκοντας κάθε φορά έναν εχθρό. Κατά προτίμηση προερχόμενο από τη Γερμανία.

Στις αρχές ήταν η Μέρκελ, στην πορεία τα γερμανικά ΜΜΕ και τον τελευταίο χρόνο αποκλειστικά ο Σόιμπλε. Τα βέλη του Αλέξη Τσίπρα, με πρόσφατη την αποστροφή του περί εκείνων που δεν είναι καλά στην ψυχή τους, φανερώνουν αμηχανία, αποσυντονισμό και έλλειψη ψυχραιμίας απέναντι σε έναν «αντίπαλο» που σε όλη τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης δείχνει ατσάλινη ηρεμία και σταθερή πολιτική.

Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνείς με τον Σόιμπλε για να παραδεχθείς πως δεν μιλάει ποτέ με το θυμικό του. Ακόμα και όταν διαφωνείς με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών και κυρίως με την ψυχρή λιτότητα που επιμένει να υποστηρίζει σφυρίζοντας αδιάφορα για τις κοινωνικές επιπτώσεις σε εκατομμύρια οικογένειες, οφείλεις να αναγνωρίσεις πως είναι ένας στυγνός τεχνοκράτης, που δεν αλλάζει γνώμη ανάλογα με τις δημοσκοπήσεις ή τις συγκυρίες.

Η πειθαρχημένη ιδιοσυγκρασία των Γερμανών, όχι μόνο των πολιτικών, αλλά και των μέσων ενημέρωσης και του κόσμου, φάνηκε με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στην καρδιά του Βερολίνου. Σε αντίθεση με τις αντιδράσεις που είχαμε στις προηγούμενες επιθέσεις σε Γαλλία και Βέλγιο, όπου ανθρώπινες ιστορίες των θυμάτων έβγαιναν στη δημοσιότητα με μεγάλο συναισθηματισμό και υψηλή φόρτιση, στη Γερμανία δεν υπήρχε καμία «διαρροή».

Μια καλή συνάδελφος που μένει μόνιμα στη χώρα υπενθυμίζει πως οι Γερμανοί είναι ένας ψύχραιμος λαός καθόλου τρομολάγνος, που δεν πανικοβάλλεται εύκολα και κυρίως εξαιρετικά πειθαρχημένος. Αν αυτά είναι προτερήματα ή μειονεκτήματα, ας το αποφασίσει ο καθένας μόνος του.

Οπως επίσης, αν ο αντιπαθής Σόιμπλε κάνει τελικά καλό ή κακό στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Ωστόσο, θα ήταν προτιμότερο όταν η κυβέρνηση αποφασίζει να παίξει επικίνδυνα παιχνίδια, να γνωρίζει εκ των προτέρων τα δυνατά και τα τρωτά σημεία του συμπαίκτη της. Αλλιώς θα καταλήγει να στέλνει επιστολές λέγοντας «δεν θα το ξανακάνω».

*Η Δέσποινα Κονταράκη είναι αρχισυντάκτρια του Ελεύθερου Τύπου

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου