Το 2017 έτος πολιτικής αλλαγής

26/12/16 • 11:22 | UPD 26/12/16 • 11:46

«Μακάρι να κάνω λάθος», έγραφα πέρυσι αυτή την εποχή, «αλλά υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να φοβάται κανείς πως το 2016 θα καταλήξει και αυτό μια χαμένη χρονιά». Δυστυχώς, δεν έκανα λάθος. Το 2016 φεύγει και αφήνει πίσω του μηδενική ανάπτυξη, νέους φόρους και σκληρά μέτρα που ήταν κάθε άλλο παρά αναπόφευκτα.

Γράφει ο Κωστής Χατζηδάκης*

Αφήνει, επίσης, μια διάχυτη αίσθηση απογοήτευσης στην κοινωνία, που αποτυπώνεται στις μετρήσεις γνώμης, σύμφωνα με τις οποίες η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών θεωρεί ότι το 2016 ήταν χειρότερο και από το 2015!

Εγραφα τότε πως η μόνη ελπίδα για να υπάρξουν θετικές εξελίξεις είναι να αποκτήσει η κυβέρνηση συναίσθηση του βάρους των ευθυνών της και να αντιληφθεί πως η χώρα δεν μπορεί να κυβερνηθεί με επικοινωνιακά τρικ. Για να δει, όμως, κανείς πόσο προσκολλημένος στις παλιές του συνήθειες έμεινε, δυστυχώς, ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν χρειάζεται καν να ανατρέξει πολλούς μήνες πίσω. Αρκεί να δει τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών. Η κυβέρνηση βάφτισε ένα εφάπαξ επίδομα «13η σύνταξη» και περηφανεύεται για την κοινωνική της ευαισθησία, τη στιγμή που έχει στερήσει πολλαπλάσιο ποσό από τις τσέπες των συνταξιούχων με τα μέτρα της! Παράλληλα, στήνει ένα σκηνικό δήθεν σύγκρουσης με τους εταίρους, έχοντας την ψευδαίσθηση πως θα συγκρατήσει έτσι τη δημοσκοπική της κατάρρευση.

Η άλλη μεγάλη προϋπόθεση, έγραφα, για να κάνει η χώρα βήματα μπροστά, ήταν να συνειδητοποιήσει η κυβέρνηση πως, αν θέλουμε πραγματικά να μπει η χώρα σε αναπτυξιακή τροχιά, οφείλουμε να έχουμε ως προτεραιότητα τη δημιουργία των συνθηκών για μια οικονομία φιλική στην επιχειρηματικότητα και τις ιδιωτικές επενδύσεις. Δυστυχώς, η κυβέρνηση παραμένει όμηρος των ιδεοληψιών της και συνεχίζει να καταπίνει τις μεταρρυθμίσεις σαν πικρό χάπι. Ακόμα και αυτές που τελικά υλοποιεί το κάνει με τρόπο που περιορίζει την επίδρασή τους στην οικονομία, όπως είδαμε με το νόμο για τη διευκόλυνση της αδειοδότησης επιχειρήσεων, του οποίου το πεδίο εφαρμογής περιόρισε στο ελάχιστο.

Οσο για τις ιδιωτικοποιήσεις, οι μόνες μεγάλες συμφωνίες που προχώρησαν είναι αυτές που έκανε η προηγούμενη κυβέρνηση, όπως τα περιφερειακά αεροδρόμια, το Ελληνικό και ο ΟΛΠ. Συμφωνίες που, έπειτα από πολλές καθυστερήσεις, η κυβέρνηση δέχτηκε τελικά με «πόνο ψυχής» και συνεχίζει ακόμα και σήμερα να ορθώνει εμπόδια στην ολοκλήρωσή τους, ενώ ακυρώνει άλλες, όπως αυτή για τη ΔΕΣΦΑ!

Υστερα από μια τέτοια χρονιά, ακόμα και οι πιο φανατικοί υποστηρικτές αυτής της κυβέρνησης έχουν διαπιστώσει την ανεπάρκειά της. Επομένως, το να προσμένει κάποιος σε κάποιου είδους μεταμόρφωση ή έστω μεταστροφή είναι άσκοπο.

Είναι σαφές, πλέον, στους περισσότερους Ελληνες πως η μόνη ελπίδα σήμερα για τον τόπο είναι η πολιτική αλλαγή.
Μια πολιτική αλλαγή που θα οδηγήσει σε ένα άλλο μίγμα οικονομικής πολιτικής, η οποία θα στηρίζεται σε λιγότερους φόρους, λιγότερες δαπάνες, καθώς και σε ένα άνοιγμα στην επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις. Μια πολιτική αλλαγή που θα πυροδοτήσει την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα εκσυγχρονίσουν όχι μόνο την οικονομία, αλλά και τη Δημόσια Διοίκηση, τη Δικαιοσύνη και την Παιδεία της χώρας μας. Μια πολιτική αλλαγή που θα οδηγήσει στη δημιουργία μιας πλατιάς πατριωτικής συμμαχίας, που θα στείλει παντού το μήνυμα ότι είμαστε μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα και είμαστε αποφασισμένοι να δουλέψουμε ενωμένοι για να γυρίσουμε οριστικά σελίδα.

Με άλλα λόγια, μια πολιτική αλλαγή που θα φέρει την επιστροφή της εμπιστοσύνης και θα επιτρέψει στη χώρα μας να εκπλήξει ευχάριστα και να κάνει το αναπτυξιακό άλμα που χρειαζόμαστε για να δημιουργήσουμε νέες δουλειές και να αφήσουμε για πάντα πίσω μας την κρίση και τα Μνημόνια.

Αυτό χρειάζεται η Ελλάδα για το 2017. Αρκετά ταλαιπωρήθηκε με το λαϊκισμό και την πολιτική αερολογία που μας γύρισαν αρκετά πιο πίσω από εκεί όπου ήμασταν το 2014. Και αυτός είναι ο λόγος που πιστεύω ότι το 2017 η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να καταφύγει σε εκλογές και οι πολίτες, που δοκίμασαν τις δυσάρεστες συνέπειες της δημαγωγίας, θα στραφούν στην υπευθυνότητα, στη σοβαρότητα και την ελπίδα της αλήθειας

* Κώστής Χατζηδάκης είναι αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Β’ Αθηνών

Από το ένθετο Οικονομία του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής