Νικητής σε έναν αχρείαστο πόλεμο

25/12/16 • 10:54 | UPD 25/12/16 • 10:57

«Με τον Αρχιεπίσκοπο, που τυχαίνει να είναι και προσωπικός μου φίλος, είχαμε μια συζήτηση πάνω στα θέματα που αφορούν στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας, στην οποία διαπιστώσαμε σύμπνοια».

Γράφει η Δέσποινα Κονταράκη*

Με τα λόγια αυτά ο Ανδρέας Παπανδρέου βάζει τον Αντώνη Τρίτση στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Είναι 1988 και η μεγάλη κόντρα για την εκκλησιαστική περιουσία λήγει με την παραίτηση του υπουργού Παιδείας. Μάλιστα, ο μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Ανθιμος, βγαίνοντας από το Καστρί μετά τη συνάντηση πρωθυπουργού-Αρχιεπισκόπου, δηλώνει πως δεν υπάρχουν ούτε νικητές ούτε ηττημένοι. 28 χρόνια αργότερα, μια ανάλογη εικόνα με διαφορετικά πρόσωπα στις αντίστοιχες θέσεις τελειώνει και πάλι με την παραίτηση του υπουργού Παιδείας.

ΜΠΟΡΕΙ ο Αλέξης Τσίπρας να μην έχει καμία σχέση με το πολιτικό μέγεθος του Ανδρέα Παπανδρέου, όμως έχει την ικανότητα να ξεχωρίζει ποιες κρίσιμες αποφάσεις του σε δύσκολες στιγμές για την πολιτική του επιβίωση ήταν οι σωστές και να τις «κοπιάρει». Οπως και έκανε όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα από τα μεγαλύτερα διλήμματα που αντιμετωπίζει ένας πρωθυπουργός: Σπάει τους δεσμούς με την Εκκλησία βυθίζοντας τη χώρα σε μια -κυρίως πνευματική- κρίση ή παραδέχεται την ακατάλυτη σχέση Εκκλησίας-κοινωνίας; Πολλοί είπαν πως ο ρόλος του Πάνου Καμμένου ήταν καταλυτικός. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πραγματικά την έκβαση που θα έπαιρναν τα πράγματα, αν στη θέση του Αρχιεπισκόπου δεν ήταν ο Ιερώνυμος.

ΜΕΤΡΙΟΠΑΘΗΣ, χαμηλών τόνων, με προοδευτικές απόψεις και με τη σπάνια ικανότητα να αποτελεί ενοποιό γέφυρα μεταξύ των πιο συντηρητικών και των πιο φιλελεύθερων φωνών της Ιεραρχίας, ο 78χρονος Ιεράρχης δεν προκάλεσε ποτέ, στα τόσα χρόνια που βρίσκεται στο θρόνο της Αρχιεπισκοπής, με τη στάση, τις απαιτήσεις ή τις παρεμβάσεις του. Αντιθέτως, ενίσχυσε το έργο της Πολιτείας, μέσα από την αύξηση των φιλανθρωπικών δράσεων και τη δημιουργία δομών όπως το κοινωνικό φροντιστήριο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να είναι αποδεκτός από το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της Αριστεράς, που έβλεπαν στο πρόσωπό του ένα συγκροτημένο ιεράρχη. Οταν, λοιπόν, η άγαρμπη και άκαιρη κόντρα για το μάθημα των Θρησκευτικών έφθασε στα άκρα και ο Αρχιεπίσκοπος σήκωσε το γάντι, βρήκε περισσότερους υποστηρικτές από όσους θα περίμενε ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτό βοήθησε ο εκρηκτικός και υψηλών τόνων Νίκος Φίλης. Την ώρα που η Παιδεία αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα, χωρίς χρήματα, χωρίς δασκάλους, χωρίς υποδομές, εκείνος επέλεξε να σηκώσει ως λάβαρα της αριστερής επανάστασης τη διδασκαλία των Θρησκευτικών και την ιδιωτική εκπαίδευση. Ηταν ένας αχρείαστος πόλεμος.

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ σε όλη αυτή την περίοδο, όπου η αναμόρφωση του μαθήματος των Θρησκευτικών ανήχθη σε ύψιστο θέμα, δεν αρνήθηκε το διάλογο. Η «απέναντι» πλευρά, ωστόσο, επέμενε πως το μάθημα ήταν κατηχητικό/ομολογιακό, δηλαδή αποσκοπούσε στη δημιουργία πιστών, και ταυτόχρονα αποπροσανατόλιζε τη δημόσια συζήτηση με κατηγορίες για το ρόλο της Εκκλησίας την περίοδο της Κατοχής. Οι αντιδράσεις ήταν άμεσες, με την Εκκλησία να βρίσκει το μεγαλύτερο υποστηρικτή της στο πρόσωπο του Μανώλη Γλέζου. Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε όλοι.

«Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ δεν κρύβεται πίσω από το Σύνταγμα· η σχέση του ελληνικού Λαού με την ορθόδοξη πίστη είναι ενεργό συλλογικό βίωμα με ιστορικό βάθος, για το οποίο οι κληρικοί είμαστε κυρίως υπεύθυνοι, και δεν επιβάλλεται εξουσιαστικά από νομικούς κανόνες», έγραφε στην επιστολή του ο Αρχιεπίσκοπος, εστιάζοντας στην κοινή πορεία που ενώνει λαό, Εκκλησία και κράτος στο πέρασμα του χρόνου. Μια πορεία που δεν ήταν πάντα εύκολη. Από την ανακήρυξη του Αυτοκέφαλου της Ελληνικής Εκκλησίας έχουν περάσει 183 χρόνια. Στο διάστημα αυτό οι σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας έχουν περάσει διά πυρός και σιδήρου. Από το «ανάθεμα» στον Ελευθέριο Βενιζέλο μέχρι τη διαμάχη για το «μεταθετό» ή για την εκκλησιαστική περιουσία και έως το ζήτημα των ταυτοτήτων ή τώρα των Θρησκευτικών, οι δύο εξουσίες βρίσκονταν συχνά σε τροχιά σύγκρουσης.

ΚΑΙ ΕΝΩ ΕΙΝΑΙ πάντα ευκολότερο να κατηγορείται η Εκκλησία ως «επικίνδυνα πολιτευόμενη», η αλήθεια είναι πως και η Πολιτεία δεν αντιμετώπισε ποτέ την Εκκλησία ως ανεξάρτητο οργανισμό, επιδιώκοντας διά των κρατικών μηχανισμών να έχει ρόλο στις εσωτερικές υποθέσεις της, ακόμα και στην εκλογή Αρχιεπισκόπων ή μητροπολιτών. Οπως, μάλιστα, έγραφε ο επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πόλεως, Σωτήρης Μητραλέξης, σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του στην «Καθημερινή», «αν κάτι χρειάζεται, αυτό είναι περισσότερο μια απελευθέρωση της Εκκλησίας από το κράτος».

ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ, η Ιστορία, που συχνά διχάζει, είναι η ίδια που επίσης μας διδάσκει πως όταν αυτές οι δύο εξουσίες συμπλέουν «επί βάσεως συναλληλίας», χωρίς η μία να καταπίνει την άλλη, γίνονται θαύματα. Οχι αγίων, αλλά ανθρώπων.

*Η Δέσποινα Κονταράκη είναι αρχισυντάκτρια του Ελεύθερου Τύπου

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου