Η εποχή του σεβασμού προς την Ελλάδα είναι παρελθόν

25/11/16 • 12:54 | UPD 25/11/16 • 12:56

Η εποχή κατά την οποία η Ελλάδα απολάμβανε σεβασμού και διέθετε κύρος διεθνώς, ανήκει στο παρελθόν. Δεν απαιτούνται υψηλός δείκτης πολιτικής εμπειρίας και ευφυΐας ή ειδικές γνώσεις διπλωματικής ιστορίας, προκειμένου να αντιληφθεί κανείς ότι σήμερα η χώρα -πέραν των προβλημάτων στην οικονομία και της συνεννόησης με τους Εταίρους της-, καλείται επιπροσθέτως να αντιμετωπίσει ζητήματα στην διαχείριση των διεθνών της υποθέσεων και τα οποία άπτονται των πεδίων εθνικής κυριαρχίας και ενδεχομένως, εδαφικής αρτιότητας.

xatzakos-teliko-arthrografos-1000Γράφει ο Λυκούργος Χατζάκος

Στην όξυνση των τόνων από την Άγκυρα, έρχεται να προστεθεί η σκλήρυνση της στάσης των Τιράνων, όσον αφορά στην Ελληνο-Αλβανική ΑΟΖ και στο θέμα των Τσάμηδων. Με μειλίχιο μεν ύφος, αλλά με το ιδιότυπο θράσος των πρώην σοβιετικών καθεστωτικών, ο Αλβανός Πρωθυπουργός έθεσε υποδορίως διεκδικήσεις όχι άμεσα εδαφικές, αλλά ικανές να «μουτζουρώσουν» την εικόνα των σχέσεων μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας, η δε δήλωσή του περί «στρατηγικού χαρακτήρα της σχέσης του με την Τουρκία του Erdogan, δεν επιτρέπει παρερμηνεία σχετικά με την ταυτότητα του κέντρου, το οποίο υποδεικνύει σειρά επιλογών και τακτικής –αν δεν καθοδηγεί άμεσα- στον Αλβανό Πρωθυπουργό.

Η έκφραση εκ μέρους του της απόψεως περί «ολικής διαπραγματεύσεως» των διμερών ζητημάτων, γεννά ανησυχίες. Τούτο, διότι ουσιαστικά, ένα είναι το ζήτημα που πρέπει να απασχολεί τα Τίρανα και την Αθήνα: η οριοθεσία της ΑΟΖ. Τα λοιπά, -μετανάστες, μειονοτικοί, εμπορικές συναλαγές κ.λπ.-, είναι θέματα ρουτίνας και εργασίας χαμηλότερων κλιμακίων. Η ανακίνηση εκ μέρους του Κου Ράμα θεμάτων τα οποία έχουν λυθεί οριστικώς με την λήξη του Β΄ Π.Π. ή οι «αθώες» -αλλά υποκρύπτουσες ακραία πρόκληση δηλώσεις-, περί των δικαίων των Τσάμηδων και των Αλβανών πολιτών οι οποίοι «έσωσαν» την Ακρόπολη, πρέπει να κινητοποιούν την Ελληνική διπλωματία και να επαναφέρουν τους ενοίκους της Β. Σοφίας από την Νιρβάνα.

Ας επιτραπεί, εδώ, η υπενθύμιση ορισμένων σημείων: το θέμα των Τσάμηδων έχει λυθεί οριστικά καθώς η μειονότητα αυτή χαρακτηρίσθηκε ως συνεργάτες των Ναζί και έληξε κάθε ζήτημα διεκδικήσεών τους με απόφαση των Συμμάχων. Επομένως, αν κάποιος διεκδικεί κάτι, μπορεί να προσφύγει στους διεθνείς δικαιοδοτικούς οργανισμούς. Δεν είναι θέμα διμερών σχέσεων Ελλάδος και Αλβανίας. Όσο για τη σωτηρία της Ακροπόλεως, δεν φαντάζομαι ότι ο κύριος Ράμα έχει προσωπική άποψη για το πώς αυτοπροσδιοριζόταν εθνικά ο συγκεκριμένος πολίτης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά, Αλβανός σίγουρα όχι μιας και Αλβανία την εποχή εκείνη ή παλαιότερα δεν υπήρχε.,

Στην αντικείμενη ακτή του Αιγαίου, ο Τούρκος, απρόβλεπτος και αλαζών ηγέτης, οξύνει τους τόνους συναφώς με την Συνθήκη της Λωζάνης, προβάλλων εκ νέου τις επιθυμίες για αναδιάταξη των συνόρων στην περιοχή και επαναφορά των ορίων «της καρδιάς» και βάσει του «Εθνικού Όρκου», καλλιεργεί τον τουρκικό αλυτρωτισμό και μεθοδεύει την επόμενη κίνηση.

Η ταυτόχρονη αποτυχία των συζητήσεων για το Κυπριακό – υπονομευθείσες βάσει ενδείξεων από την Άγκυρα-, δημιουργεί δεδομένα, τα οποία δεν επιτρέπουν καμία αισιοδοξία περί της εξελίξεως του ζητήματος, τουλάχιστον στον άμεσο ή μέσο χρονικό ορίζοντα, εξέλιξη η οποία σε καμία περίπτωση δεν θα είναι θετική για την Ελληνοκυπριακή πλευρά.

Τούτο, αφ’ ενός διότι η Ευρώπη έχει ως προτεραιότητα την αντιμετώπιση των οικείων προβλημάτων που δημιουργεί η κρίση, αφ’ ετέρου διότι η Ελλάδα –πολύ περισσότερο κατά την τελευταία διετία, αλλά ήδη, έδωσε δείγματα ασυνέπειας από την περίοδο 2005 και την στάση της στο σχέδιο Ανάν-, δεν θεωρείται ο πλέον σοβαρός και αξιόπιστος συνομιλητής.

Επιπροσθέτως, παρά την ευχάριστη νότα που δημιούργησε η επίσκεψη Obama στην Αθήνα, επί της ουσίας, ουδέν ουσιαστικό ανεφέρθη από Αμερικανικής πλευράς, περί των διεθνών ζητημάτων που απασχολούν την χώρα, δηλαδή Κυπριακό, Ελληνοτουρκικά και ονομασία της ΠΓΔΜ. Από την νέα Προεδρία των Η.Π.Α. δεν επιφυλάσσεται κάτι πιο αισιόδοξο για τα Ελληνικά θέματα, τουλάχιστον μέχρι στιγμής και από την μέχρι σήμερα τηρουμένη στάση του Κου Tramp.

Είναι πρόδηλο ότι η χώρα, εν μέσω μιας ανακυκλούμενης οικονομικής κρίσης –ανακυκλούμενη, με απόλυτη ευθύνη των χείριστων επιλογών και χειρισμών της κυβέρνησης Τσίπρα και Καμένου-, θεωρείται από κάποιους ως εύκολος στόχος. Και αν δεν δοθεί η προσήκουσα προσοχή, τότε αυτοί θα δικαιωθούν. Η απάντηση σε παρόμοιου τύπου προκλήσεις, δεν πρέπει να είναι η συνήθης θυμική αντίδραση. Καθείς, έχει δικαίωμα να θεωρεί ό,τι θέλει. Δικαίωμα του Erdogan είναι, απευθυνόμενος στο ακροατήριό του, να λέει αυτά που νομίζει ή του Eddy Rama να φαντασιώνεται αυτά που ικανοποιούν την αυταρέσκειά του.

Ο Τούρκος Πρόεδρος έχει προ οφθαλμών τους κινδύνους εδαφικών απωλειών λόγω της Συριακής κρίσεως και των επιπλοκών της λόγω παρουσίας του ISIS, τις πιέσεις της Ευρώπης για το προσφυγικό και βέβαια, δεν πρέπει να υποτιμάται το γεγονός ότι στην Τουρκία –με ευθύνη κυρίως του Erdogan- ο διχασμός καθημερινά βαθαίνει. Οι θυμικές αντιδράσεις δεν εισφέρουν σε κάτι. Η Ευρωπαϊκή απάντηση, με το πάγωμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων ήρθε εν ψυχρώ και απολύτως αποτελεσματικά να απαντήσει σε όλη την υπερφίαλη ρητορεία και συμπεριφορά της Άγκυρας,

Όσον για τον Πρωθυπουργό της Αλβανίας, αξιολογώντας και την τακτική του στις Αλβανο-Σερβικές σχέσεις, εκτίμηση κοινή είναι ότι η απαξίωση των όσων ισχυρίζεται είναι η πλέον αποδοτικότερη και προσφέρει μεγαλύτερα κέρδη από την εμπλοκή σε αντιπαραθετικό διάλογο. Δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι ο σκληρός κομματικός πυρήνας του Σοσιαλιστικού Κόμματος Αλβανίας απαρτίζεται από στελέχη του καθεστώτος Ενβέρ Χότζα, του οποίου η αντιμετώπιση της Ελλάδος είναι ευνόητη και «συγγνωστή», στο μέτρο τουλάχιστον που κατανοούμε, συγχωρούμε και λησμονούμε την δεκτικότητα Ελληνικών πολιτικών σχηματισμών σε προηγούμενες εποχές, έναντι διεκδικήσεων από βόρειους γείτονες. Άλλωστε, αναλυτές, πολιτικοί σχολιαστές και κυρίως η κοινή γνώμη της Αλβανίας ασκούν έντονη κριτική στον Πρωθυπουργό τους και το κυβερνών κόμμα για την εξωτερική πολιτική του.

 

Η Ελλάδα δεν πρέπει να λησμονεί ότι παραμένει η χώρα που μετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι διακριτό μέλος της Βορειο-Ατλαντικής Συμμαχίας και εν τέλει, είναι η πρώτη Δυτική Φιλελεύθερη Δημοκρατία στην περιοχή των Βαλκανίων και της Ν.Α. Μεσογείου εν γένει. Συνεπώς, ούτε η αδράνεια και η αμηχανία εισφέρουν θετικά στην προσπάθεια αποκατάστασης του κύρους της χώρας, αλλά, πολύ περισσότερο, ούτε και οι άναρθρες κραυγές εθνολαγνείας. Απαιτείται σοβαρή, καλά σχεδιασμένη εξωτερική πολιτική με καθορισμό των στρατηγικών στόχων και των τακτικών βημάτων, συνέπεια κατά τις διαβουλεύσεις με τους Εταίρους και τους Συμμάχους.
Κέρδη για την Ελληνική πλευρά, προέκυψαν όταν επικράτησε η εξωστρέφεια και ο ψύχραιμος, ορθός λόγος. Στις αντίθετες περιπτώσεις, το αποτέλεσμα ήταν εθνικές απώλειες, ήττες και θρήνος.

Ακόμη, δεν πρέπει να παραβλέπονται τα δεδομένα, ενώ προσπάθεια πρέπει να καταβάλλεται στην κατανόηση της θέσεως του αντιπάλου. Η Τουρκία είναι μια χώρα με σχεδόν απολυταρχικό πλέον, καθεστώς και κινδυνεύει να δεχθεί μεταβολή στα σύνορά της με την Συρία, με παράλληλους κινδύνους –για αυτήν- δημιουργίας μία ακόμη Κουρδικής κρατικής οντότητας. Η Αλβανία, είναι η χώρα που η διαφθορά στην Δικαιοσύνη είναι πρώτο θέμα στην ατζέντα όλων των διεθνών παραγόντων, έχει πολλά εσωτερικά προβλήματα και ο «μικρομεγαλισμός» της σημερινής ηγεσίας της, οδηγεί μεσο-μακροπρόθεσμα σε αδιέξοδα.

Η Ελληνική διπλωματία σαφέστατα και πρέπει να τεθεί σε υψηλό επίπεδο εγρήγορσης, αλλά, οφείλει να αντιμετωπίσει την διαμορφούμενη κατάσταση με ψυχραιμία, χαμηλούς τόνους, σοβαρή ανάλυση και ουσιαστικές απαντήσεις, πάντοτε –και είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονίζεται-, σε συνεννόηση με τους Εταίρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με δυναμική πρόταση και δράση πολιτικής και όχι με μεμψιμοιρίες αδικημένης γεροντοκόρης.