Η Ευρώπη σε κενό ασφαλείας

04/11/18 • 14:45 | UPD 04/11/18 • 14:45

Ζακ Σιράκ, Νικολά Σαρκοζι, Φρανσουά Ολάντ, Εμμανουέλ Μακρόν (Γαλλία), Σίλβιο Μπερλουσκόνι, Ρομάνο Πρόντι, Μάριο Μόντι, Ενρίκο Λέττα, Ματέο Ρέντσι, Πάολο Τζεντιλόνι, Τζουζέπε Κόντε (Ιταλία), Τόνι Μπλερ, Γκόρντον Μπράουν, Ντέιβιντ Κάμερον, Τερέζα Μέι (Μ. Βρετανία), Χοσέ Λουίς Θαπατέρο, Μαριάνο Ραχόι, Πέδρο Σάντσεθ (Ισπανία), Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου, Λουκάς Παπαδήμος, Παναγιώτης Πικραμμένος, Αντώνης Σαμαράς, Βασιλική Θάνου, Αλέξης Τσίπρας (Ελλάδα), Τζορτζ Μπους, Μπαράκ Ομπάμα, Ντόναλντ Τραμπ (ΗΠΑ). Δίπλα σε όλους αυτούς τους ηγέτες, από το 2005 μέχρι σήμερα, στη Γερμανία υπάρχει μόνο ένα όνομα: Ανγκελα Μέρκελ.

Γράφει η Δέσποινα Κονταράκη

Η ΜΑΚΡΟΒΙΟΤΕΡΗ καγκελάριος της Γερμανίας επί 13 χρόνια βλέπει κυβερνήσεις να ανεβοκατεβαίνουν, μεγάλους ηγέτες να περνούν και να χάνονται, αουτσάιντερ να γίνονται πρωθυπουργοί και την Ευρώπη να μεταλλάσσεται σε κάτι που ακόμα δεν έχει μορφοποιηθεί, αλλά ήδη τρομάζει. Η άνοδος των λαϊκιστικών και αντιευρωπαικών κομμάτων, μαζί με την ενδυνάμωση των ακροδεξιών διαγράφουν ένα γκρίζο μέλλον. Αν για κάτι θα μπορούσε να κατηγορηθεί η κόρη του πάστορα από την Ανατολική Γερμανία, είναι ότι αφήνει πίσω της μια Ευρώπη χειρότερη από αυτή που βρήκε. Ο ρόλος του «εγγυητή» του ελεύθερου κόσμου που της απένειμε ο Ομπάμα φεύγοντας, αποδείχθηκε βραχύβιος.

Η ΜΕΡΚΕΛ της γερμανικής Ευρώπης και ο Γιούνκερ της… ευρωπαϊκής δεν κατάφεραν στην εποχή της οικονομικής και πολιτικής παντοδυναμίας να κτίσουν ένα πιο ανθρώπινο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Η εμμονική, αρτηριοσκληρωτική προσήλωση στους νόμους, τη λιτότητα και τη γραφειοκρατία απομάκρυνε τους λαούς από την έννοια και την ιδέα της Ενωσης. Ετσι, όταν η οικονομική κρίση και το μεταναστευτικό ανέτρεψαν άρδην την καθημερινότητα και απείλησαν την ασφάλεια εκατομμυρίων πολιτών, δημιουργήθηκε ένα κενό ασφαλείας που οι πολιτικές ελίτ δεν μπόρεσαν να καλύψουν. Η έλλειψη ηγετών με όραμα άνοιξε το δρόμο στους αντισυστημικούς που είχαν, αλλά όχι αυτό που έπρεπε: Να κατακτήσουν την εξουσία. Από κει και πέρα, άφησαν το χρόνο να κάνει τη βρόμικη δουλειά.

ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ της Γερμανίας ισχύουν όλα τα παραπάνω εκτός από την οικονομική κρίση. Μια οικονομία με υπερπλεόνασμα, με σχεδόν μηδενική ανεργία και ικανοποιητικούς μισθούς, μια χώρα που οι τράπεζές της κέρδισαν από τη χασούρα των υπολοίπων, στρέφεται τώρα στην Ακροδεξιά. Το μεταναστευτικό είναι ο πρώτος λόγος που επικαλούνται οι αναλυτές. Το τρομοκρατικό χτύπημα στην καρδιά του χριστουγεννιάτικου Βερολίνου, ο δεύτερος. Και το παράδοξο της γερμανικής ευμάρειας, ο τρίτος.

«ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ δυσαρέσκειας στη χώρα της θαυμαστής ευημερίας αυξάνεται» λέει ο συμπατριώτης της Χορστ Οπασόφσκι συμπληρώνοντας πως για τους Γερμανούς το πιο σημαντικό αγαθό είναι η κοινωνική ειρήνη. Πιστεύουν λοιπόν ότι η κοινωνία τους βρίσκεται σε κίνδυνο, ότι ανοίγει το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, ότι θα αυξηθούν η εγκληματικότητα και η ξενοφοβία. Αισθάνονται πως η «μητερούλα», όπως τη φώναζαν χαϊδευτικά οι Γερμανοί, δεν μπορούσε πια να τους προστατέψει. Την ήθελαν πιο Μέρκελ από ό,τι ήταν και τώρα θέλουν πίσω την ησυχία τους.

ΟΙ ΞΕΝΟΙ αναλυτές πάλι της καταλογίζουν πως στη μακρόχρονη θητεία της διαχειρίστηκε τα γεγονότα αντί να τα αντιμετωπίσει και δεν συνέδεσε το όνομά της με κάποια μεγάλη μεταρρύθμιση. Ομως, οι ίδιοι αναλυτές δεν μπορούν να αρνηθούν επίσης ότι η Μέρκελ ήταν το μοναδικό σταθερό σημείο σε μια Ευρώπη που αλλάζει. Οτι υποστήριξε σθεναρά το ευρώ και τη νομισματική ένωση, ότι απέτρεψε το Grexit και ότι στο θέμα του μεταναστευτικού ήταν η φωνή της συναισθηματικής λογικής. Η αποχώρησή της λοιπόν δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει. Ειδικά για τον Ευρωπαϊκό Νότο που λάτρευε να τη μισεί. Οπως εύστοχα έγραψε ο Φερντινάντο Τζουλιάνο, αρθογράφος του Bloomberg, «με την Ιταλία σε τροχιά σύγκρουσης με τις Βρυξέλλες και τον Μακρόν ολοένα και πιο αδύναμο στο εσωτερικό της χώρας του δεν υπάρχουν οι συνθήκες για ένα φεντεραλιστικό άλμα στη Γερμανία. Μία πιο εγωιστική Γερμανία συγκεντρώνει μεγαλύτερες πιθανότητες. Σε πολλούς στη Νότια Ευρώπη θα λείψει η γυναίκα που απεχθάνονταν».

*Η Δέσποινα Κονταράκη είναι αρχισυντάκτρια του Ελεύθερου Τύπου

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής