Σπέρνουμε μίσος, θερίζουμε βία

25/09/18 • 11:07 | UPD 25/09/18 • 11:07

Στη χώρα μας συμβαίνουν διαρκώς απίστευτα και παράλογα γεγονότα. Μόλις συμβούν όλα σοκαριζόμαστε. Αμέσως μετά ξεκινάει η κουβέντα: γιατί, πώς, ποιος έχει την ευθύνη. Πάνω στην κουβέντα η οποία εννοείται πως έχει πολιτικο-κοινωνικές προεκτάσεις το σύνηθες είναι η κοινωνία να διχάζεται. Και τότε το ακόμα πιο σύνηθες είναι να χάνεται το νόημα της συζήτησης. Γιατί στην ουσία η κουβέντα αυτή θα έπρεπε να είχε προηγηθεί του γεγονότος. Και τότε θα έπρεπε να είχε προνοηθεί η λύση του μελλοντικού προβλήματος.

Γράφει ο Γιάννης Τσαπρούνης*

ΤΟ τραγικό συμβάν στο κέντρο της Αθήνας όπου έχασε τη ζωή του ο Ζακ Κωστόπουλος κυριάρχησε στα social media τις τελευταίες ημέρες. Και πάλι όλοι αναρωτηθήκαμε σε τι κράτος, σε τι κοινωνία ζούμε; Γιατί, δεν γνωρίζουμε τι συμβαίνει είτε με τα ναρκωτικά είτε με την ασύδοτη βία; Εννοείται, απλά το προσπερνάμε. Οι χρήστες ναρκωτικών «μεταφέρονται» από γειτονιά σε γειτονιά. Μόλις φουντώνουν τα ρεπορτάζ για το Πεδίον Αρεως, τους… μετακομίζουν στην Ομόνοια κ.ο.κ. Αυτή είναι η «πρόνοια» της Πολιτείας, ενώ δυστυχώς οι περισσότεροι τοξικομανείς που βιώνουν το προσωπικό τους μαρτύριο έχουν εγκαταλειφθεί από οικογένεια και φίλους.

ΚΑΙ η βία; Το λιντσάρισμα; Οι εικόνες είναι αποκρουστικές. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να αντιμετωπίζουν με τέτοιο βάναυσο τρόπο συνανθρώπους τους, όταν μάλιστα από ό,τι φαίνεται ούτε καν απειλούνται.

ΔΕΝ είναι, όμως, η πρώτη φορά που βλέπουμε κατάματα ωμή βία. Και, δυστυχώς, σαν κοινωνία αντί να το καταδικάζουμε προσπαθούμε να αναδείξουμε κοινωνικά/ταξικά/πολιτικά χαρακτηριστικά κάθε γεγονότος. Ετσι θεωρούμε πως υπάρχει «καλή» και «κακή» βία.

ΨΑΧΝΟΥΜΕ αφορμές για να διχαστούμε. Εχουμε εθιστεί σε αυτό. Χρησιμοποιούμε ακραίους χαρακτηρισμούς για οποιονδήποτε δεν είναι με το μέρος μας, για οποιονδήποτε είναι με τους άλλους. «Οπαδοποιούμε» με φανατισμό τα πάντα, από τα ελάσσονα έως τα μείζονα. Και, δυστυχώς, μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας απαιτεί «κρεμάλες» για τους αντιπάλους.

ΚΑΘΕ είδος αντιπάλου. Πλακωνόμαστε εντασσόμενοι σε διάφορα «δίπολα»: αριστεροί/δεξιοί, προδότες/πατριώτες, μνημονιακοί/αντιμνημονιακοί, παναθηναϊκοί/ολυμπιακοί, γκέι/στρέιτ, ΕΡΤ/ΣΚΑΪ, πάνω γειτονιά/κάτω γειτονιά κ.ά. Και η πλάκα είναι πως αυτά τα «δίπολα» είναι ανομοιογενή: μπορεί με τον άνθρωπο που αλληλοβριζόμαστε στο ένα πεδίο να είμαστε «συμμαχητές» σε κάποιο άλλο πεδίο.

«ΞΕΡΝΑΜΕ» μίσος πολύ εύκολα. Κι αυτό περνάει σιγά σιγά στο DNA. Σπέρνουμε μίσος, θερίζουμε βία. Και σιγά σιγά η βία γίνεται κομμάτι της καθημερινότητας. Ασκούμε βία για να επιβάλλουμε τον δικό μας «νόμο».

ΧΟΥΛΙΓΚΑΝ σπάνε γήπεδα. Αντιεξουσιαστές καίνε δρόμους και πλατείες. Τρομοκράτες πετάνε ρουκέτες. Χρυσαυγίτες τραμπουκίζουν και μαχαιρώνουν μετανάστες. Ρουβικωναίοι μπουκάρουν όπου γουστάρουν. Και όλα αυτά όχι μόνο θεωρούνται φυσιολογικά, αλλά ενίοτε και άξια επιβράβευσης.

ΔΥΣΚΟΛΕΥΟΜΑΣΤΕ να κατανοήσουμε πως επιβάλλεται να υπάρχει διαφορετικότητα στη ζωή και στις απόψεις. Πως το επικίνδυνο θα ήταν να υπάρχει μία και μοναδική άποψη. Αγνοούμε πως δημοκρατία σημαίνει ελευθερία έκφρασης. Αλλά ξεχνάμε και ότι δημοκρατία σημαίνει τήρηση νόμων και κανόνων. Από το πού παρκάρουμε και το αν θα σφαχτούμε για μια θέση πάρκινγκ, μέχρι το τι θα ψηφίσουμε και το αν θα αναβιώσουμε το εμφυλιοπολεμικό κλίμα. Και ξαφνικά όταν γίνεται το «έγκλημα», τότε όλοι πέφτουμε από τα σύννεφα.

*Ο Γιάννης Τσαπρούνης είναι διευθυντής σύνταξης του Ελεύθερου Τύπου

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου