Τι έγινε στην Πορτογαλία και τι δεν έκανε ο Τσίπρας

31/08/18 • 11:23 | UPD 31/08/18 • 11:23

Να λοιπόν που ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής Νίκος Παππάς άνοιξε ένα ωραίο θέμα στην προσπάθειά του να πείσει ότι η κυβέρνηση δεν θα εφαρμόσει τη μείωση των συντάξεων που ψηφίσθηκε από τους βουλευτές της συμπολίτευσης το 2017 και ξαναψηφίσθηκε από τους ίδιους τον Ιούνιο με το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα.

Γράφει ο Πάνος Αμυράς*

«Ελλάδα και Πορτογαλία βρίσκονται στην ίδια μεταμνημονιακή κατάσταση. Επίσκεψη των θεσμών, συζήτηση και κατάρτιση έκθεσης με τις απόψεις των δύο πλευρών. Η Πορτογαλία αρνήθηκε μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, χωρίς να υπάρξει καμία κρίση», έγραψε σχετικά στο twitter ο κ. Παππάς, σχολιάζοντας τα δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία το ΔΝΤ επιμένει στην περικοπή των συντάξεων, χαρακτηρίζοντας αναγκαίο το μέτρο για την αντιμετώπιση του ασφαλιστικού και του δημογραφικού.

Το πρόβλημα για τον υπουργό και δυστυχώς για τους συνταξιούχους είναι ότι δεν είμαστε Πορτογαλία. Για την ακρίβεια, ήμασταν στα τέλη του 2014, αλλά από τότε τη Λισαβόνα τη βλέπουμε με το κιάλι.

Ας δούμε τα πράγματα από την αρχή. Ελλάδα και Πορτογαλία δεν βρίσκονται στην ίδια μεταμνημονιακή κατάσταση. Οι Ιβηρες βγήκαν από το Μνημόνιο το καλοκαίρι του 2014 και βρήκαν εύκολα διέξοδο στις αγορές με αποτέλεσμα να μη χρησιμοποιήσουν την προληπτική πιστωτική γραμμή. Η κυβέρνηση της Λισαβόνας εξυπηρετεί το χρέος της με επιτόκια κοντά στο 1,5%, σε αντίθεση με την ελληνική που παραμένει εκτός αγορών, καθώς το δεκαετές ομόλογο τιμολογείται στις αγορές σε επίπεδα άνω του 4,2%.

Επιπλέον, η Πορτογαλία δεν αρνήθηκε να μειώσει μισθούς και συντάξεις, όπως ισχυρίζεται ο κ. Παππάς, προκειμένου να δείξει ότι υπάρχει προηγούμενο, γιατί πολύ απλά πέτυχε «καθαρή έξοδο» χωρίς να προνομοθετήσει μέτρα για τα επόμενα χρόνια της λήξης του δικού της Μνημονίου.

Αντιθέτως, ο κ. Τσίπρας απέτυχε στη διαχείριση του τρίτου Μνημονίου, με αποτέλεσμα να έχει δεσμεύσει τη χώρα με νομοθετημένα μέτρα της τάξης των 5,1 δισεκατομμυρίων ευρώ για τη διετία 2019-2020, αλλά και με υψηλά πλεονάσματα 3,5% έως το 2022. Και όλα αυτά με το Δημόσιο αποκλεισμένο από τις αγορές!
Για αυτό είναι προβληματική η διαπραγμάτευση της κυβέρνησης με τους δανειστές. Γιατί όσο η Ελλάδα δεν μπορεί να δανειστεί με εκδόσεις ομολόγων, κάθε κίνησή της θα τιμολογείται από τους επενδυτές.

Ο κ. Τσίπρας δεν διασφάλισε την «καθαρή έξοδο» όπως οι Πορτογάλοι. Ανέλαβε δεσμεύσεις με τις κάνουλες των αγορών κλειστές.

Ωστόσο, καθώς οι υπουργοί άρχισαν τις συγκρίσεις με την Πορτογαλία, καλό είναι να δούμε τι έγινε στην τριετία του ΣΥΡΙΖΑ.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2014 ήταν 16.400 ευρώ και της Πορτογαλίας οριακά υψηλότερο, στις 16.600 ευρώ. Στο τέλος του 2017 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ των Ελλήνων αντιστοιχούσε στο 89% των Πορτογάλων. Δηλαδή επί ΣΥΡΙΖΑ οι Ελληνες έγιναν φτωχότεροι κατά 10% σε σχέση με τους Ιβηρες.

Σε ό,τι αφορά τις συντάξεις, επαναλαμβάνουμε ότι είναι ένα άδικο μέτρο το οποίο κανείς δεν συζητούσε το 2014, αλλά μπήκε στην ατζέντα λόγω της επιδείνωσης του χρέους και της στασιμότητας του ΑΕΠ στη διετία 2015-2016.

Το χειρότερο για τους συνταξιούχους είναι ότι την αναστολή του μέτρου δεν μπορεί στην πράξη να την αποφασίσει ο κ. Τσίπρας, ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι λίγους μήνες πριν από τις κάλπες η εφαρμογή των περικοπών θα ισοδυναμούσε με πολιτικό χαρακίρι. Από τη στιγμή που η Ελλάδα παραμένει εκτός αγορών και οι Ευρωπαίοι έχουν σταματήσει το δανεισμό, καθοριστικό ρόλο παίζουν οι αγορές. Εάν κρίνουν ότι η κυβέρνηση παλινδρομεί, τα επιτόκια των ομολόγων θα ανεβαίνουν και ο εφιάλτης θα επιστρέφει.

Αυτά δεν κατάφερε να διασφαλίσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ σε αντίθεση με τους Πορτογάλους, που κατάφεραν να βγουν από τα Μνημόνια χωρίς νέες δεσμεύσεις και με δυνατότητα δανεισμού με χαμηλά επιτόκια.

*O Πάνος Αμυράς είναι ο διευθυντής του Ελεύθερου Τύπου
Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου