Η βιομηχανία της σκιώδους εκπαίδευσης

29/06/18 • 11:01 | UPD 29/06/18 • 11:20

Ανακοινώνονται σήμερα οι βαθμολογίες των πανελλαδικών εξετάσεων. Μετά τα πρώτα χαμόγελα (ή δάκρυα) θα ακολουθήσουν οι οικογενειακοί υπολογισμοί, τουλάχιστον για τα παιδιά που πέρασαν σε πόλεις μακριά από το σπίτι τους.

Γράφει η Δέσποινα Κονταράκη*

Μαζί με αυτές τις οικογένειες, όμως, τα κομπιουτεράκια και τα πορτοφόλια έχουν ήδη ανοίξει και σε όσες έχουν μαθητές που θα πάνε Γ’ Λυκείου από Σεπτέμβριο. Η θερινή προετοιμασία έχει ήδη ξεκινήσει και η ταρίφα δεν πέφτει κάτω από 350 ευρώ για μαθήματα πέντε εβδομάδων. Αλλά μάλλον έχουμε πιάσει λάθος το θέμα. Τα πορτοφόλια των οικογενειών για την εκπαίδευση των παιδιών τους ανοίγουν πολλά χρόνια πριν, από την προσχολική ηλικία. Διότι αν υπάρχει ένας μύθος στην Ελλάδα, αυτός είναι της δωρεάν παιδείας.

Από την αναζήτηση βρεφονηπιακών σταθμών μέχρι την τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι ένας μακρύς δρόμος που απλώνεται παράλληλα με αυτόν της σκιώδους εκπαίδευσης. Από τις ξένες γλώσσες μέχρι τα φροντιστήρια και από την αγορά βιβλίων και βοηθημάτων μέχρι τα ιδιαίτερα μαθήματα, οι ελληνικές οικογένειες δαπανούν ένα σημαντικό, το σημαντικότερο ίσως κομμάτι του προϋπολογισμού τους. Πρόσφατη έρευνα της ΓΣΕΕ (ΚΑΝΕΠ) κατέληγε στο εντυπωσιακό συμπέρασμα ότι η ελληνική οικογένεια δαπανά πάνω από 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο για παρόμοιες παροχές που σχετίζονται με την εκπαίδευση των παιδιών τους.

Παροχές τις οποίες δεν μπορεί να εξασφαλίσει το δημόσιο σχολείο. Αν μάλιστα προσθέσουμε και τα δίδακτρα των ιδιωτικών σχολείων, στα οποία πολλοί γονείς καταφεύγουν ως λύση ανάγκης όταν δουλεύουν και οι δύο και δεν υπάρχουν εναλλακτικές, τότε το ποσό ξεπερνά τα 3,3 δισ. ευρώ. Το ανεπαρκές δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης και η δυσανάλογα απαιτητική ύλη για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συντηρούν εδώ και χρόνια ένα μίγμα που απομυζά την ελληνική οικογένεια.

Και για του λόγου το αληθές, τα στοιχεία της ΓΣΕΕ δείχνουν πως όσο ο μαθητής ανεβαίνει εκπαιδευτική κλίμακα τόσο μειώνονται οι δημόσιες δαπάνες και αυξάνονται οι ιδιωτικές, δηλαδή τα χρήματα που βγάζουμε από την τσέπη μας. Ενώ, δηλαδή, στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση το 70% αφορά τις δημόσιες δαπάνες και το 30,5% τις ιδιωτικές, στην τριτοβάθμια το ποσοστό μοιράζεται στα ίσα με 50,6% και 49,4%, αντίστοιχα.

Κανένα σύστημα μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να χτυπήσει την παραπαιδεία και την ανάγκη για ιδιωτική, εξωσχολική προετοιμασία του μαθητή. Διότι ποτέ δεν υπήρξε ουσιαστικό ενδιαφέρον για την αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης είτε με λελογισμό της ύλης είτε με την αξιολόγηση σχολικών μονάδων και εκπαιδευτικών.

*Η Δέσποινα Κονταράκη είναι αρχισυντάκτρια του Ελεύθερου Τύπου

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου