Το γερμανικό μοντέλο σαστισμένο

28/06/18 • 10:54 | UPD 28/06/18 • 10:54

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία αναδομήθηκε γύρω από κάποια βασικά θεμέλια: δημοκρατικές αρχές, οικονομία της αγοράς, εγγύηση κι ασφάλεια των Αμερικανών ως προς τη σοβιετική απειλή, ειρήνη με τη Γαλλία και βάρος στην ευρωπαϊκή δομή κι ανάπτυξη.

Γράφει ο Δημοσθένης Δαββέτας

Το 1989 η αδυναμία της Σοβιετικής Ενωσης της επέτρεψε να ενωθεί και να βρει την πλήρη κυριαρχία της μετά από στρατηγικές κινήσεις του Χέλμουτ Κολ. Επένδυσε πάνω από 1.200 δισ. ευρώ για να ανακτήσει την εθνική της ενότητα και επίσης για να κάνει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ώστε να προσαρμοστεί στην παγκοσμιοποίηση και στο πέρασμα στο ευρώ μέσα από την ατζέντα του Γκέρχαρντ Σρέντερ το 2010.

Υπό την καθοδήγηση της Ανγκελα Μέρκελ, η Γερμανία ορθώθηκε ως ο βασικός πυλώνας σταθερότητας της Ευρώπης εκμεταλλευόμενη τη γαλλική κόπωση. Το μοντέλο της, αυτό της ανάπτυξης, δομημένο στις εξαγωγές και στον ανταγωνιστικό αποπληθωρισμό, της επέτρεψε να διπλασιάσει τις κρατικές επενδύσεις (1,2% του ΑΕΠ) και το εμπορικό ισοζύγιο (8% του ΑΕΠ) σε έναν κόσμο από χρέη και οικονομική αστάθεια.

Αντεξε στο σοκ του 2008 κι επέβαλε τη δικιά της φιλοσοφία για την προσπάθεια της κρίσης του ευρώ, σε άμεση και κατευθείαν επικοινωνία με την ΕΚΤ, όπως συνέβη για παράδειγμα με την επώδυνη περίπτωση της ελληνικής αναδιάρθρωσης. Η οικονομική της δύναμη ήταν πάντα ένα είδος παραδειγματικής άμυνας εναντίον της δημαγωγίας, του λαϊκισμού και των ακροτήτων.

Κι όμως, αυτό το μοντέλο βρίσκεται σήμερα σε βαθιά κρίση λόγω των πολλαπλών σοκ που υπέστη από το 2015 και μετά. Οι τρομοκρατικές ενέργειες, η απειλή των «δημοκρατοριών» (δημοκρατικές δικτατορίες), τα κύματα των μεταναστών, το Brexit, η εκλογή του Τραμπ την έχουν αποσταθεροποιήσει και θέτουν σε δοκιμασία κι αμφισβήτηση τις αρχές πάνω στις οποίες αναδομήθηκε μετά τον πόλεμο και στη συνέχεια ενώθηκε.

Στο οικονομικό επίπεδο η ανάπτυξη μέσω εξαγωγών απειλείται ευθέως από τον εμπορικό και τεχνολογικό πόλεμο που της έχει κηρύξει ο Τραμπ. Ο οποίος κι έχει βάλει στόχο πια και την αυτοκινητοβιομηχανία της.

Η ενεργειακή της πολιτική επίσης προβληματίζει λόγω της προβληματικής ανταγωνιστικότητάς της (έχει ανεβάσει το κόστος πάνω από περίπου 2.000 δισ. ευρώ ενώ το σκάνδαλο της Dieselgate είναι ένα τραυματικό παράδειγμα. Το ίδιο με την κρίση της Deutsche Bank). Τα στρατηγικά λάθη των επιχειρήσεών της είναι παρόμοια με την άρνηση της κυβέρνησης να προσαρμοστεί στις νέες γρήγορες αλλαγές που έρχονται, όπως π.χ. το ηλεκτρικό αυτοκίνητο. Στο πολιτικό επίπεδο, η απόφαση της Μέρκελ να υποδεχτεί πάνω από ένα εκατομμύριο μετανάστες το 2015 τάραξε τη γερμανική ηρεμία.

Η κοινωνία διαιρέθηκε κι επικεντρώθηκε γύρω από το θέμα των προσφύγων και του Ισλάμ. Η κουλτούρα της συναίνεσης που υπήρχε ως τότε έσπασε. Τα δυο μεγάλα κόμματα γύρω από τα οποία ήταν οργανωμένη η πολιτική ζωή βρίσκονται σε μεγάλη πτώση. Εχουν περίπου το 52% των ψήφων ενώ η Ακρα Δεξιά έχει άνοδο εντυπωσιακή, φτάνοντας τους 92 βουλευτές.

Η κυβερνητική συμμαχία δεν μοιάζει να λειτουργεί κι ο υπουργός Εσωτερικών έχει π.χ. άλλη άποψη ως προς την αντιμετώπιση όσων ζητούν άσυλο ή ακόμη υπάρχει διχασμένη αντίληψη ως προς το μπάτζετ της ευρωζώνης.

Στο γεωπολιτικό επίπεδο η πολιτική του Τραμπ απειλεί να αφήσει τη Γερμανία ορφανή της ιστορικής προστασίας κι εγγύησης που θεμελιώθηκε με το τέλος του πολέμου. Ενώ η ειρηνική βάση στην οποία δομήθηκε η Γερμανία τραυματίζεται από τις τρομοκρατικές επιθέσεις και την πίεση Ρωσίας, Τουρκίας. Της μένει η Ευρώπη, η οποία όμως έχει αδυναμίες λόγω Brexit αλλά και της απώλειας της παραγωγικής δύναμης της Γαλλίας.

Η Γερμανία φοβάται, έτσι, μήπως πληρώσει περισσότερα από όλους για τις απαιτούμενες ευρωπαϊκές αλλαγές. Παραμένει όμως αναντίρρητα μια ισχυρή χώρα.

Η επανεκκίνηση ή αποδόμηση της Ευρώπης παίζεται γύρω από τη διαχείριση του μεταναστευτικού και τον έλεγχο των συνόρων της Ευρώπης. Το πρόβλημα για τον γερμανικό ρόλο βρίσκεται στο ότι η Μέρκελ αδυνατεί όπως παλιότερα να πάρει την ηγετική θέση που είχε. Κι αυτό γιατί αμφισβητείται έντονα και τα λάθη της γίνονται τροφή των λαϊκιστών, ενώ η μέθοδός της, αυτή των μικρών βημάτων, μοιάζει να μην ανταποκρίνεται στην ταχύτητα των αλλαγών κι αναγκών τού σήμερα. Μήπως είμαστε μπροστά στο τέλος του ήδη γνωστού μοντέλου γερμανικής πολιτικής διακυβέρνησης που γνωρίσαμε;

Ο Δημοσθένης Δαββέτας είναι Καθηγητής φιλοσοφίας της Τέχνης, ποιητής, εικαστικός

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου